Προϊόντα

loading

Κατηγορίες

loading

Άρθρα

loading
logo


Τό ἄρωμα τῆς παρουσίας

    

Τήν 7ην Αὐ­γού­στου τοῦ 1984 κοι­μή­θη­κε σέ Νο­σο­κο­μεῖ­ο τῆς Ἀ­θή­νας ὁ ἀ­εί­μνη­στος Μη­τρο­πο­λί­της Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πί­ας κυ­ρός Καλ­λί­νι­κος. Ἡ ἀ­ντί­στρο­φη μέ­τρη­ση ἄρ­χι­σε τό πρω­ΐ τῆς 6ης Αὐ­γού­στου, τήν ὥ­ρα πού στόν Ἱ­ε­ρό Να­ό τοῦ Νο­σο­κο­μεί­ου τε­λού­σα­με τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α τῆς ἑ­ορ­τῆς τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, τήν ὁ­ποί­α ἑ­ορ­τή τό­σο πο­λύ ἀ­γα­ποῦ­σε καί μι­λοῦ­σε γι­ά τό γε­γο­νός αὐ­τό συ­χνά καί μέ πο­λύ ἐν­θου­σι­α­σμό. Ἀ­πό τό­τε ἄρ­χι­σε ἡ οὐ­σι­α­στι­κή δι­α­δι­κα­σί­α γι­ά τό πέ­ρα­σμά του σέ ἄλ­λο κό­σμο, τόν κό­σμο τῆς δι­α­φά­νει­ας, τῆς εἰ­λι­κρί­νει­ας, τῆς δι­και­ο­σύ­νης, τῆς με­τα­μορ­φώ­σε­ως.

Κα­τά τήν πρώ­τη ἐ­πέ­τει­ο τῆς κοι­μή­σε­ώς του, ἤ­τοι τήν 3 Αὐ­γού­στου τοῦ 1985, πρίν δε­κα­εν­νέ­α χρό­νι­α, ἡ τό­τε φοι­τή­τρι­α τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Βά­σω Με­λι­κί­δου, σή­με­ρα κα­θη­γή­τρι­α, δι­δά­κτωρ τῆς φι­λο­λο­γί­ας καί Δη­μο­τι­κός Σύμ­βου­λος Ἐ­δέσ­σης, εἶ­χε τό θάρ­ρος καί τήν παρ­ρη­σί­α νά δη­μο­σι­εύ­ση στήν ἐ­φη­με­ρί­δα «Ἐ­δεσ­σα­ϊ­κή» ἕ­να κεί­με­νο μέ τίτ­λο «Tό ἄ­ρω­μα τῆς πα­ρου­σί­ας». Στήν ἀρ­χή τοῦ κει­μέ­νου αὐ­τοῦ ἔ­γρα­φε:
«Εἶ­ναι πο­λύ­τι­μο τό εἶ­δος ἐ­κεῖ­νο τῆς σχέ­σης πού δέν ἔ­χει ἀ­νά­γκη ἀ­πό δε­δο­μέ­να ἐ­ξω­τε­ρι­κά γι­ά νά στα­θεῖ, πού ἀρ­κεῖ­ται σέ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ες ὑ­πό­γι­ες. Εἶ­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κό νά μπο­ρεῖς νά μι­λή­σεις γι­ά ἕ­ναν ἄν­θρω­πο χω­ρίς νά εἶ­χες πο­τέ σχέ­ση ἄ­με­σα προ­σω­πι­κή μα­ζί του.

Ὅ­που, ἦ­ταν ἀρ­κε­τό ἕ­να κή­ρυγ­μα μέ τούς γνω­στούς τρυ­φε­ρούς ἐκ­φρα­στι­κούς τρό­πους, τά ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά τῆς στορ­γῆς. Λό­γος πού βρί­σκει τήν καρ­δι­ά τοῦ ποι­μνί­ου, πού πλά­θε­ται τήν ἴ­δι­α στιγ­μή πού ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ μέ τό ποί­μνι­ο προ­σω­πι­κά. Λό­γος πού ὑ­ψώ­νει τήν γι­ορ­τή καί τήν δι­α­σώ­ζει. Σ’ ἕ­να πα­ρεκ­κλή­σι τήν ἡ­μέ­ρα τοῦ ἁ­γί­ου του. Μι­λά­ει γι­ά τούς μάρ­τυ­ρες χω­ρίς νά χορ­ταί­νει. Μι­λά­ει γι­ά τήν εὐ­λο­γί­α τῶν νε­ρῶν. Ὀ­σμή ἄρ­του καί οἴ­νου.
Ὀ­φθαλ­μός πα­τρι­κός καί προσ­λαμ­βά­νων. Στήν ἐ­ξέ­δρα τῶν πα­ρε­λά­σε­ων, στήν ἀ­γο­ρά τίς κα­θη­με­ρι­νές. Ἡ εὐ­λο­γοῦ­σα χείρ κά­θε στιγ­μή φό­ντο προ­στα­σί­ας καί ἀ­σφά­λει­ας: ὅ,τι συ­νεῖ­χε τήν ζω­ή μας. Πα­νή­γυ­ρις δε­σπο­τι­κή. Τό σχῆ­μα σου μέ τό πε­τρα­χή­λι, τό κα­λυ­μαύ­χι, τόν γι­ορ­τι­νό σάκ­κο. Ἄν­θρω­πος πού ἀ­φή­νει μνή­μη. Ζω­ή πού πό­τι­σε τήν πό­λη».

Εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅ­τι στά λό­γι­α αὐ­τά κα­τα­γρά­φε­ται ἡ μνή­μη τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Καλ­λι­νί­κου ἕ­να χρό­νο με­τά τήν κοί­μη­σή του, ἀλ­λά ταυ­τό­χρο­να καί ἡ αἴ­σθη­ση τῆς ἀ­που­σί­ας του, πού ἐκ­δη­λω­νό­ταν μέ ἕ­να ἄ­ρω­μα πού ἄ­φη­σε ἡ πα­ρου­σί­α του.

Εἴ­κο­σι χρό­νι­α με­τά τήν κοί­μη­σή του μπο­ρῶ νά δι­α­βε­βαι­ώ­σω ὅ­τι ἀ­πό τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα αἰ­σθαν­θή­κα­με «τό ἄ­ρω­μα τῆς πα­ρου­σί­ας του», ὅ­πως τό αἰ­σθα­νό­μα­στε καί σή­με­ρα. Μι­ά Γε­ρό­ν­τισ­σα μο­να­χή μοῦ ἔ­λε­γε κά­πο­τε ὅ­τι, ὅ­ταν προ­σκύ­νη­σε ἕ­να λεί­ψα­νο, «ἄ­κου­σε» τήν εὐ­ω­δί­α του. Δέν αἰ­σθάν­θη­κε, οὔ­τε μύ­ρι­σε τήν εὐ­ω­δί­α τοῦ λει­ψά­νου, ἀλ­λά τήν «ἄ­κου­σε», γι­α­τί ἡ ἀ­κο­ή εἶ­ναι δυ­να­τό­τε­ρη ἀ­πό τήν αἴ­σθη­ση τῆς ὀ­σφρή­σε­ως καί γι­α­τί ὅ­λες οἱ αἰ­σθή­σεις γί­νο­νται μί­α κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῆς ἐ­μπει­ρί­ας. Ἔ­τσι αἰ­σθα­νό­μα­στε καί «ἀ­κοῦ­με» τό ἄ­ρω­μα τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Καλ­λι­νί­κου καί ὄ­χι ἁ­πλῶς τό ἄ­ρω­μα τῆς ἀ­που­σί­ας του. Αὐ­τό τό ἄ­ρω­μα τῆς ἀ­που­σί­ας του τόν πρῶ­το χρό­νο, ἐ­πει­δή ἦ­ταν ἔ­ντο­νη ἡ πα­ρου­σί­α του ὅ­σο ζοῦ­σε, μέ τήν πά­ρο­δο τοῦ χρό­νου αὐ­τό τό ἴ­δι­ο με­τα­τρε­πό­ταν, ὅ­πως τό κα­λό κρα­σί, σέ ἄ­ρω­μα πα­ρου­σί­ας.

Πολ­λοί τόν ἔ­βλε­παν στόν ὕ­πνο τους καί ξυ­πνοῦ­σαν μέ αἴ­σθη­μα εὐ­φο­ρί­ας καί χα­ρᾶς. Ἄλ­λοι πή­γαι­ναν –καί πηγαίνουν– στό μνῆ­μα του, πού ὡς λέ­ξη δεί­χνει τήν ἔ­ντο­νη μνή­μη, καί λάμ­βα­ναν τήν εὐ­χή του, καί βε­βαί­ως δέ­χο­νταν τήν εὐ­λο­γί­α του.

Τό ἄ­ρω­μα τῆς πα­ρου­σί­ας του μέ πε­ρι­έ­βα­λε πά­ντο­τε στήν με­τέ­πει­τα ζω­ή μου. Ὅ­πως γνω­ρί­ζε­τε πο­λυ­κύμαντη ἦ­ταν ἡ ζω­ή μου με­τά τήν κοί­μη­ση τοῦ Γέ­ρο­ντός μου. Με­τα­κι­νή­θη­κα στήν Θή­βα καί τήν Ἀ­θή­να, τήν Συ­ρί­α καί τόν Λί­βα­νο, πα­ρά λί­γο καί στήν Ἀλ­βα­νί­α καί τε­λι­κά τώ­ρα στήν Ναύ­πα­κτο. Δέν ἦ­ταν εὔ­κο­λες αὐ­τές οἱ με­τα­κι­νή­σεις, μέ τίς πολ­λές δυ­σκο­λί­ες, ἰ­δί­ως στόν Λί­βα­νο κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τοῦ πο­λέ­μου στήν πε­ρι­ο­χή, πού ἦ­ταν σάν τόν δι­κό μας ἐμ­φύ­λι­ο πό­λε­μο τήν δεκαετία τοῦ ’40, ἀλ­λά καί στήν Ἀ­θή­να μέ­σα σέ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές συν­θῆ­κες πού γι­ά μέ­να ἦ­ταν ἄ­γνω­στες.

Ζοῦ­σα, ὅ­μως, μέ­σα στήν πα­τρι­κή ἀ­γκά­λη τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Καλ­λι­νί­κου. Πά­ντο­τε μέ προ­στά­τευ­ε καί μέ κα­θο­δη­γοῦ­σε τό εὐ­λο­γη­μέ­νο χέ­ρι του. Μέ κα­τηύ­θυ­νε στόν ἐ­κλε­κτό του φί­λο, ἀ­εί­μνη­στο τώ­ρα, Ἀρ­χιμ. Ἐ­πι­φά­νι­ο Θε­ο­δω­ρό­που­λο. Μέ προέ­τρε­ψε πολ­λές φο­ρές, κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τοῦ ὕ­πνου, νά συν­δε­θῶ μέ τόν Μη­τρο­πο­λί­τη Θη­βῶν καί Λε­βα­δεί­ας κ. Ἱ­ε­ρώ­νυ­μο, ἀλ­λά καί σέ ἐ­κεῖ­νον ἔ­λε­γε τά ἴ­δι­α γι­ά μέ­να. Μέ πα­ρη­γο­ροῦ­σε κα­τά τίς πολ­λές δυ­σκο­λί­ες πού συ­να­ντοῦ­σα στήν ζω­ή μου. Καί τό βρά­δυ, με­τα­ξύ ἐ­κλο­γῆς σέ Μη­τρο­πο­λί­τη Ναυ­πά­κτου καί τῆς χει­ρο­το­νί­ας, ἐμ­φα­νί­σθη­κε ὅ­λος χα­ρά στόν ὕ­πνο τοῦ Μη­τρο­πο­λί­του Θη­βῶν καί Λε­βα­δεί­ας κ. Ἱ­ε­ρω­νύ­μου, τρό­πον τι­να εὐ­χα­ρι­στώ­ντας τον, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νος μοῦ εἶ­πε κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῆς χει­ρο­το­νί­ας μου, γι­α­τί συ­νήρ­γη­σε στήν ἐ­κλο­γή μου. Καί τώ­ρα, κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῆς ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κῆς μου δι­α­κο­νί­ας, τόν ἔ­χω συ­νε­χῶς κο­ντά μου, ὄ­χι μό­νον μέ τήν μνή­μη τῆς καρ­δι­ᾶς καί τοῦ μυ­α­λοῦ, ἀλ­λά καί μέ τήν αἴ­σθη­ση τῆς πα­ρου­σί­ας του.

Τό ἄ­ρω­μα τῆς πα­ρου­σί­ας του τό αἰ­σθάν­θη­κα δυ­να­τά ὅ­ταν ὁ Ἀρ­χι­μαν­δρί­της Ἰ­ω­ήλ Φρα­γκά­κος –ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦλ­θε στήν Ἔ­δεσ­σα μέ ἐ­πί­μο­νη πρό­σκλη­ση τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Καλ­λι­νί­κου, πού στήν συ­νέ­χει­α καί τόν χει­ρο­τό­νη­σε σέ Δι­ά­κο­νο καί σέ Πρε­σβύ­τε­ρο καί τόν ἀ­γά­πη­σε– ἀ­μέ­σως με­τά τήν ἐ­κλο­γή του σέ Μη­τρο­πο­λί­τη Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πί­ας, εἰ­σῆλ­θε στήν αἴ­θου­σα τῶν Συ­νε­δρι­ά­σε­ων τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου γι­ά νά δώ­ση τό μι­κρό μή­νυ­μα καί νά ἀ­πο­δε­χθῆ τήν ἐ­κλο­γή του. Αἰ­σθα­νό­μουν ἔ­ντο­να νά τόν προ­σα­γά­γη ὁ ἀ­εί­μνη­στος Καλ­λί­νι­κος καί ἀ­να­λύ­θη­κα σέ δά­κρυ­α μέ­σα στήν με­γά­λη αἴ­θου­σα τῶν Συ­νε­δρι­ά­σε­ων τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας.

Τό ἄ­ρω­μα τῆς πα­ρου­σί­ας του τό αἰ­σθα­νό­μα­στε ὅ­λοι κα­τά τήν ἐ­πι­σκο­πι­κή δι­α­κο­νί­α τοῦ Σεβ. Μη­τρο­πο­λί­του Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πί­ας κ. Ἰ­ω­ήλ. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι δί­πλα του καί τόν κα­τευ­θύ­νει. Ἀ­πο­δεί­χθη­κε ἄ­ξι­ος νά γί­νη δι­ά­δο­χός του στήν εὐ­λο­γη­μέ­νη αὐ­τή Ἐ­πι­σκο­πή μέ τούς ἐ­κλε­κτούς Χρι­στι­α­νούς της καί ἦλ­θε ὁ και­ρός νά ἐκ­πλη­ρω­θῆ ἡ εὐ­χή τήν ὁ­ποί­α ὑ­πα­γό­ρευ­σε κλαί­γο­ντας στήν δι­α­θή­κη του, λί­γο πρίν ἀ­να­χω­ρή­ση γι­ά τήν ἐγ­χεί­ρι­ση στό Λον­δί­νο, πού ἦ­ταν ἡ ἀ­ντί­στρο­φη μέ­τρη­ση τῆς ἐ­ξό­δου του ἀ­πό αὐ­τήν τήν ζω­ή, νά γί­νη, δη­λα­δή, ἡ Ἐ­πι­σκο­πή αὐ­τή τμῆ­μα τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Καί, βε­βαί­ως, τό ἄ­ρω­μα τῆς πα­ρου­σί­ας του τό αἰ­σθα­νό­μα­στε αὐ­τές τίς ἡ­μέ­ρες ὅ­λοι μας πού ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν εἰ­κο­σα­ε­τί­α ἀ­πό τήν ὁ­σι­α­κή καί ἐ­ξα­γι­α­σμέ­νη κοί­μη­σή του.


1. Τό «κό­σμη­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας»

   

Τό ἔ­τος 1998 ἐ­ξέ­δω­σα ἕ­να βι­βλί­ο μέ τίτ­λο «Κό­σμη­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας», 771 σε­λί­δων, στό ὁ­ποῖ­ο σκι­α­γρα­φοῦ­σα τήν ζω­ή καί πο­λι­τεί­α τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Μη­τρο­πο­λί­του. Βέ­βαι­α, ἡ ἀρ­χή ἔ­γι­νε μέ τό πρῶ­το βι­βλί­ο πού ἐκ­δό­θη­κε ἀ­μέ­σως με­τά τήν κοί­μη­σή του μέ τίτ­λο «Μαρ­τυ­ρί­α ζω­ῆς». Ἐ­δῶ θά ἤ­θε­λα νά ἐ­κμυ­στη­ρευ­θῶ ὅ­τι ἕ­να ἀ­πό τά κε­φά­λαι­α τοῦ βι­βλί­ου, μέ τίτ­λο «Ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ» τό ἔ­γρα­ψα θά ἔ­λε­γα ὡς ζω­γρά­φος. Ὅ­πως ὁ ζω­γρά­φος ἀ­πο­τυ­πώ­νει σέ ἕ­να κομ­μά­τι ξύ­λου τήν φύ­ση πού βλέ­πει ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή, ἔ­τσι καί ἐ­γώ ἀ­πο­τύ­πω­να τίς σκέ­ψεις μου γι­ά τόν ἀ­εί­μνη­στο Ἱ­ε­ράρ­χη, πά­νω σέ ἕ­να χαρ­τί, βλέ­πο­ντάς τον στό κρεβ­βά­τι τοῦ πό­νου του, στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο, ὅ­ταν ἀρ­γο­πέ­θαι­νε. Εἶ­χα τό κου­ρά­γι­ο νά τόν βλέ­πω στό κρεβ­βά­τι καί νά γρά­φω. Μέ εἶ­χε ἑλ­κύ­σει καί μα­γέ­ψει ὁ τρό­πος τῆς προ­ο­δευ­τι­κῆς κοι­μή­σε­ώς του πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τόν τρό­πο τῆς ζω­ῆς του καί τῆς ποι­μα­ντι­κῆς του δι­α­κο­νί­ας.

Τε­λι­κά, τό βι­βλί­ο «Κό­σμη­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας» εἶ­ναι πι­ό ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νο ἀ­πό τό «Μαρ­τυ­ρί­α ζω­ῆς» καί ἐκ­θέ­τει ἀ­νά­γλυ­φα καί δι­ε­ξο­δι­κά τήν ζω­ή του ἀ­πό τήν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α, τήν ποι­μαν­τι­κή του δι­α­κο­νί­α ὡς Ἱ­ε­ρέ­ως καί Ἐ­πι­σκό­που, καί τόν τρό­πο τῆς κοι­μή­σε­ώς του.

Ὁ τίτ­λος «Κό­σμη­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας» ἐ­λή­φθη ἀ­πό φρά­σεις τεσ­σά­ρων προ­σώ­πων πού ἀ­γά­πη­σαν πο­λύ τόν ἀ­εί­μνη­στο καί τόν χα­ρα­κτή­ρι­σαν μέ αὐ­τόν τόν τρόπο. Πρό­κει­ται γι­ά τόν Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο Ἀλ­βα­νί­ας κ. Ἀ­να­στά­σι­ο, τόν Σε­βα­σμι­ώ­τα­το Μη­τρο­πο­λί­τη πρώ­ην Ὕ­δρας κ. Ἱ­ε­ρό­θε­ο, παι­δι­κό του φί­λο καί ἀ­δελ­φό του πνευ­μα­τι­κό, τόν ἀ­εί­μνη­στο Ἀρ­χιμ. Ἐ­πι­φά­νι­ο Θε­ο­δω­ρό­που­λο, φίλ­τα­τό του ἀ­δελ­φό, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν κα­θη­με­ρι­νή ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, καί τόν ἀ­εί­μνη­στο Σω­κρά­τη Στί­γκα, δι­κη­γό­ρο, συμ­μα­θη­τή του ἀ­πό τό Γυ­μνά­σι­ο Θέρ­μου. Ὁ ὑ­πό­τιτ­λος τοῦ βι­βλί­ου «Βί­ος καί πο­λι­τεί­α τοῦ τα­πει­νοῦ καί πρά­ου Ἐ­πι­σκό­που κο­σμή­σα­ντος την Ἐκ­κλη­σί­αν τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­ει­μνή­στου Μη­τρο­πο­λί­του Ἐ­δέσ­σης Καλ­λι­νί­κου» προ­έρ­χε­ται ἀ­πό κεί­με­νο τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­γρα­ψε με­τά τήν κοί­μη­σή του ὁ Ἀρ­χιμ. Ἐ­πι­φά­νι­ος Θε­ο­δω­ρό­που­λος, ἡ με­γά­λη αὐ­τή φυ­σι­ο­γνω­μί­α τῶν νε­ω­τέ­ρων χρό­νων.

Ἐν­θυ­μοῦ­μαι ὅ­τι τό με­γα­λύ­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ βι­βλί­ου τό ἔ­γρα­ψα κα­τά τήν δι­άρ­κει­α σα­ρά­ντα ἡ­με­ρῶν καί μά­λι­στα κα­τά τήν διάρ­κει­α μι­ᾶς Σα­ρα­κο­στῆς, σέ ἕ­να μι­κρό δι­α­μέ­ρι­σμα τῶν Κά­τω Πα­τη­σί­ων στήν Ἀ­θή­να, στό ὁ­ποῖ­ο ἔ­με­να ἐ­κεῖ­νον τόν και­ρό. Μέ­ρα-νύ­κτα ζοῦ­σα συ­νε­χῶς μέ τήν μορ­φή του. Ση­κω­νό­μουν τό πρω­ΐ καί ἔ­γρα­φα. Στήν συ­νέ­χει­α πή­γαι­να στό Γρα­φεῖ­ο στήν Ἱ­ε­ρά Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πή Ἀ­θη­νῶν, ὅ­που ὑ­πη­ρε­τοῦ­σα ὡς Ἱ­ε­ρο­κή­ρυξ καί Δι­ευ­θυ­ντής Νε­ό­τη­τος, καί ἐ­πέ­στρε­φα γρή­γο­ρα στό σπί­τι γι­ά νά συ­νε­χί­σω τό γρά­ψι­μο. Μέ­σα στόν Ἠ­λε­κτρι­κό Σι­δη­ρό­δρο­μο σκε­φτό­μουν τί θά γρά­ψω στήν συ­νέ­χει­α, καί, μό­λις ἐ­πέ­στρε­φα στό σπί­τι, κα­θό­μουν ἀ­μέ­σως στήν γρα­φο­μη­χα­νή γι­ά νά γρά­ψω. Δέν ἔ­κα­να οὔ­τε δι­α­κο­πές, οὔ­τε ἀ­πο­γευ­μα­τι­νές ἐ­ξό­δους, πα­ρά μό­νον ἔ­κα­να τά ἀ­πα­ραί­τη­τα. Ζοῦ­σα μί­α πνευ­μα­τι­κή μέ­θη καί εἶ­χα τήν αἴ­σθη­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Ἱ­ε­ράρ­χου.

Δέν θά κά­νω πε­ρί­λη­ψη τοῦ βι­βλί­ου αὐ­τοῦ, γι­α­τί ὁ ἀ­να­γνώ­στης μπο­ρεῖ νά δι­α­βά­ση καί νά ζή­ση τό ἴ­δι­ο τό βι­βλί­ο πού πε­ρι­γρά­φει τήν ὁ­σί­α ζω­ή καί τό ὁ­σι­α­κό τέ­λος τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Μη­τρο­πο­λί­του, ἀλ­λά μό­νον θά ἤ­θε­λα νά πα­ρα­θέ­σω με­ρι­κές φρά­σεις ἀ­πό τίς κρί­σεις τῶν ἀ­να­γνω­στῶν τοῦ βι­βλί­ου αὐ­τοῦ οἱ ὁ­ποῖ­ες εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα εἰ­λι­κρι­νεῖς καί ὄ­χι συμ­βα­τι­κές. Ἴ­σως θά ἔ­πρε­πε κά­πο­τε νά δη­μο­σι­ευ­θοῦν ὅ­λες οἱ ἐ­πι­στο­λές πού ἔ­λα­βα καί οἱ βι­βλι­ο­κρι­σί­ες γι­ά τό βι­βλί­ο αὐ­τό.

Ὁ Οἰ­κου­με­νι­κός Πα­τρι­άρ­χης κ. Βαρ­θο­λο­μαῖ­ος με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων ἔ­γρα­ψε: «...με­τ’ ἐν­δι­α­φέ­ρο­ντος καί συ­γκι­νή­σε­ως δι­ε­ξερ­χό­με­θα ὀ­λί­γον κα­τ’ ὀ­λί­γον κα­τά τόν ἐ­λά­χι­στον ἐ­λεύ­θε­ρον χρό­νον ἡ­μῶν», καί στήν συ­νέ­χει­α πα­ρα­τη­ρεῖ ὅ­τι τό βι­βλί­ο αὐ­τό πε­ρί τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Καλ­λι­νί­κου κο­μί­ζει «τό ἄ­ρω­μα τῆς δι­α­χρο­νι­κῆς ἁ­γι­ό­τη­τος ἐν τῷ κό­σμῳ δι­ά τῆς ἐ­πι­τυ­χοῦς σκι­α­γρα­φή­σε­ως τῆς ὁ­σί­ας μορ­φῆς καί τοῦ χρι­στο­μι­μή­του ἔρ­γου τοῦ ἀ­οι­δί­μου... Μη­τρο­πο­λί­του Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης κυ­ροῦ Καλ­λι­νί­κου».

Ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Ἀ­θη­νῶν καί Πά­σης Ἑλ­λά­δος κ. Χρι­στό­δου­λος ἔ­γρα­ψε: «Ἐ­γνώ­ρι­ζα τόν σε­βα­στόν Γέ­ρο­ντα, τόν ὁ­ποῖ­ον βα­θύ­τα­τα ἐ­κτι­μοῦ­σα καί ἐ­σε­βό­μην ὡς μί­αν ἁ­γι­α­σμέ­νην πνευ­μα­τι­κήν φυ­σι­ο­γνω­μί­αν. Ὅ­ποι­ος μά­λι­στα εἶ­χε τήν εὐ­λο­γί­αν νά τόν συ­να­ντή­σει, πο­λύ δέ πε­ρισ­σό­τε­ρον ἐκ τοῦ σύ­νεγ­γυς νά τόν γνω­ρί­σει, δι­ε­πί­στω­νε ὅ­τι πρό­κει­ται πε­ρί μι­ᾶς σπου­δαί­ας καί χα­ρι­σμα­τι­κῆς προ­σω­πι­κό­τη­τος, τῆς ὁ­ποί­ας τά κα­τ’ ἐ­ξο­χήν δι­α­κρι­τι­κά στοι­χεῖ­α ἦ­σαν τό ἀ­νυ­πό­κρι­τον ὕ­φος, ἡ ἀ­νε­ξι­κα­κί­α καί ἡ πρα­ό­της σέ συν­δυ­α­σμό μέ τό ἀ­νε­πί­λη­πτον τοῦ βί­ου του».

Ὁ Σεβ. Μη­τρο­πο­λί­της Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πί­ας κ. Ἰ­ω­ήλ, ὡς Ἀρ­χι­μαν­δρί­της, ὅ­ταν δι­ά­βα­σε τό βι­βλί­ο μοῦ ἔ­γρα­ψε ἐ­πι­στο­λή, στήν ὁ­ποί­α με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων ἔ­γρα­φε: «Εἰ­λι­κρι­νῶς Σᾶς γρά­φω, συ­νε­κι­νή­θην βα­θέ­ως καί ἐ­δό­ξα­σα τόν Θε­όν. Ἀ­να­μνή­σεις λει­τουρ­γι­καί, συ­νέ­δρι­α ἱ­ε­ρα­τι­κά, ὁ­μι­λί­αι ἐ­ποι­κο­δο­μη­τι­καί καί ἰ­δί­ως τό ἦ­θος τοῦ ἁ­γί­ου, τα­πει­νοῦ καί μα­κα­ρι­ω­τά­του (ὄ­ντως μα­κα­ρι­ω­τά­του) Ἱ­ε­ράρ­χου ἦλ­θον εἰς τήν μνή­μην μου καί δέν τό ἀ­πο­κρύ­πτω, ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σαν εἰς ἐ­μέ νο­σταλ­γι­κάς εἰ­κό­νας τῆς ἱ­ε­ρα­τι­κῆς μου νε­ό­τη­τος. Θέ­λω νά γνω­ρί­ζε­τε ὅ­τι ἐ­ξει­κο­νί­σα­τε θαυ­μα­σί­ως τήν μορ­φήν τοῦ σε­βα­στοῦ μας Γέ­ρο­ντος».

Ὁ Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της πρώ­ην Ὕ­δρας κ. Ἱ­ε­ρό­θε­ος, ἀ­γα­πη­τός καί ἐκ νε­ό­τη­τος φί­λος τοῦ ἀ­ει­μνή­στου, ἔ­γρα­ψε θερ­μό­τα­το γράμ­μα με­τά τήν ἀ­νά­γνω­ση τοῦ βι­βλί­ου «Κό­σμη­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας», τό ὁ­ποῖ­ο, ὅ­πως γρά­φει, ἀ­να­φέ­ρε­ται «εἰς τόν παμ­φίλ­τα­τον ἀ­δελ­φόν καί ἀ­λη­σμό­νη­τον φί­λον, εἰς τόν ἐξ ἀ­πέ­φθου χρυ­σοῦ ἐρ­γά­την τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δοῦ­λον καί ἄρ­χο­ντα αὐ­τῆς, κο­σμή­σα­ντα καί κο­σμοῦ­ντα τόν ἐ­πί­γει­ον καί οὐ­ρά­νι­ον ἐκ­κλη­σι­α­στι­κόν θρό­νον, ἀν­δρεί­ως προ­κιν­δυ­νεύ­σα­ντα εἰς πρω­το­πο­ρει­α­κούς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κούς ἀ­γῶ­νας, δι­α­κρι­θέ­ντα εἰς τάς πρώ­τας γραμ­μάς τῆς πα­ρα­τά­ξε­ως Κυ­ρί­ου εἰς «ἄν­δρα τέ­λει­ον», ἀ­νυ­πο­στό­λως καί ἀ­γογ­γύ­στως βα­στά­σα­ντα τόν βα­ρύν σταυ­ρόν ἐ­πω­δύ­νου ἀ­σθε­νεί­ας καί τόν βα­ρύν κά­μα­τον τῆς κα­θ’ ἡ­μέ­ραν μά­χης πρός ὁ­ρα­τούς καί ἀ­ο­ρά­τους ἐ­χθρούς, ὅ­λας τάς ἡ­μέ­ρας καί τάς νύ­κτας τῶν 64 ἐ­τῶν βι­ο­τῆς του». Μέ τό βι­βλί­ο αὐ­τό προ­σφέ­ρα­τε «τήν ἀ­πό τῆς γεν­νή­σε­ως μέ­χρι τῆς ἡ­μέ­ρας τῆς κοι­μή­σε­ως αὐ­τοῦ ζῶ­σαν καί συ­γκλο­νι­στι­κήν ἱ­στο­ρί­αν ἑ­νός συγ­χρό­νου ἁ­γί­ου».

Ὁ Πα­νο­σι­ολ. Κα­θη­γού­με­νος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Ὁ­σί­ου Γρη­γο­ρί­ου Ἀρ­χιμ. Γε­ώρ­γι­ος, με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων ἔγραψε:
«Δι­ε­ξερ­χό­με­θα τάς σε­λί­δας του καί θαυ­μά­ζο­μεν δι­ά τήν ἁ­γιό­τη­τά του, ἀλ­λά καί δι­ά τήν πλη­ρό­τη­τα καί εὐ­ρύ­τη­τα τῆς ποι­μα­ντι­κῆς του δι­α­κο­νί­ας.
Ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ του ἡ­συ­χα­στής καί συγ­χρό­νως ἀ­κα­τα­πό­νη­τος ποι­μήν καί ἱ­ε­ρα­πό­στο­λος. Συν­δυ­α­σμός δυ­σεύ­ρε­τος. Πῶς νά λη­σμο­νή­σω­μεν τό πρᾶ­ον, τό ἀ­νε­ξί­κα­κον, τό φι­λάν­θρω­πον, τό προ­ση­νές, τό κα­τα­νυ­κτι­κόν, τό σο­βα­ρόν, τό ἁ­πλοῦν τῆς ἁ­γί­ας προ­σω­πι­κό­τη­τός του; Εὐ­χα­ρι­στοῦ­μεν τόν Κύ­ρι­ον δι­ό­τι ἠ­ξι­ώ­θη­μεν νά τόν γνω­ρί­σω­μεν ἀλ­λά καί νά λά­βω­μεν τήν εὐ­λο­γί­αν του κα­τά τήν ἀρ­χήν τῆς ἐν Ἁ­γί­ῳ Ὄ­ρει ἐ­γκα­τα­βι­ώ­σε­ώς μας. Αἱ ὁ­μι­λί­αι του εἰς τήν Ἱ­ε­ράν Μο­νήν μας μέ­νουν ἀ­νε­ξί­τη­λοι εἰς τάς καρ­δί­ας μας καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως χαί­ρο­μεν δι­ό­τι δη­μο­σι­εύ­ε­τε αὐ­τάς... Χαι­ρό­με­θα ἰ­δι­αι­τέ­ρως, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, δι­ό­τι ἐ­κο­πι­ά­σα­τε δι­ά νά τι­μή­σε­τε καί προ­βά­λε­τε τό φω­τει­νόν πα­ρά­δειγ­μα τοῦ ἁ­γί­ου Γέ­ρο­ντός Σας... Ἐ­πι­κα­λού­με­θα καί τώ­ρα τάς εὐ­χάς του εἰς τόν μο­να­χι­κόν μας ἀ­γώ­να. Μα­κά­ρι καί μέ τάς ἰ­δι­κάς Σας ἁ­γί­ας εὐ­χάς, νά μι­μη­θῶ­μεν τάς ἁ­γί­ας του ἀ­ρε­τάς καί δή καί τήν ἁ­γί­αν τα­πεί­νω­σιν καί φι­λαν­θρω­πί­αν του».

Ὁ Πα­νο­σι­ολογιώτατος Ἀρ­χιμ. π. Ζα­χα­ρί­ας Ζά­χα­ρου, ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου ESSEX Ἀγ­γλί­ας, ἔ­γρα­ψε με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων:
«Τό τε­λευ­ταῖ­ο αὐ­τό βι­βλί­ο (ἐν­νο­εῖ τό βι­βλί­ο γι­ά τόν Καλ­λί­νι­κο) πο­λύ μέ συ­γκί­νη­σε καί τό θε­ω­ρῶ με­γά­λη εὐ­λο­γί­α τό ὅ­τι γνώ­ρι­σα τόν μα­κα­ρι­στό Δε­σπό­τη καί πολ­λές φο­ρές πῆ­ρα τήν εὐ­λο­γί­α του. Ἡ τα­πεί­νω­σή του ἀ­πέ­κρυ­βε τό χρι­στι­α­νι­κό με­γα­λεῖ­ο του. Τώ­ρα πού δι­α­βά­ζω τά λό­γι­α του καί τά δι­δάγ­μα­τά του κα­τα­νο­ῶ ὅ­τι ἦ­ταν πο­λύ θαυ­μα­στός καί ἅ­γι­ος ἄν­θρω­πος... Ἄρ­χι­σα νά τό δι­α­βά­ζω καί δέν μπο­ρῶ νά τό ἀ­φή­σω, θέ­λω νά δι­α­βά­ζω κά­θε σχε­τι­κό μέ τή ζω­ή του. Ὁ πρᾶ­ος καί τα­πει­νός αὐ­τός ἐ­πί­σκο­πος ἦ­ταν ὄ­ντως ἄν­θρω­πος, ἐ­ρα­στής καί θε­ρά­πων τοῦ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τός ἦ­ταν φύ­σει χρι­στι­α­νός καί ἀ­φο­μοι­ω­μέ­νος μέ τόν Υἱ­ό τοῦ Θε­οῦ. Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με».

Ἡ κ. Θε­α­νώ Μουσ­δε­λε­κί­δου, ἱ­ε­ρα­πό­στο­λος, με­τά τό δι­ά­βα­σμα τοῦ βι­βλί­ου αὐ­τοῦ μοῦ ἔ­γρα­ψε με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων:
«Τό δι­ά­βα­σα, τό δι­α­βά­ζω, τό με­λέ­τη­σα, δέν θέ­λω νά τό ἀ­φή­σω ἀ­πό τά χέ­ρι­α μου. Πλημ­μυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πο χί­λι­α-δυ­ό συ­ναι­σθή­μα­τα καί θύ­μη­σες, ἐ­στά­θη ἀ­δύ­να­τον νά πνί­ξω τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή φω­νή μου καί νά μή βρο­ντο­φω­νά­ξω, ἕ­να με­γά­λο Εὐ­χα­ρι­στῶ καί νά σᾶς ἐκ­φρά­σω μι­ά με­γά­λη εὐ­γνω­μο­σύ­νη, γι­ά τήν βί­βλο πού ἐ­γρά­ψα­τε καί μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­ψα­τε τήν ζω­ή, τήν βι­ο­τή, ἀλ­λά καί τό μαρ­τύ­ρι­ο τοῦ Μα­κα­ρι­στοῦ Καλ­λι­νί­κου καί ποι­με­νάρ­χου μας.
Γι­α­τί εἶ­ναι πράγ­μα­τι Βί­βλος Ζω­ῆς, πα­τε­ρι­κῆς φυ­σι­ο­γνω­μί­ας, συ­νε­χι­στής τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Χρι­στι­α­νι­κῆς Πα­ρα­δό­σε­ως.
Εἶ­ναι ἕ­να πνευ­μα­τι­κό-κοι­νω­νι­κό-πο­λι­τι­κό ντο­κου­μέ­ντο. Εἶ­ναι ἕ­να βι­βλί­ο πού πρέ­πει καί ὀ­φεί­λει νά δι­α­βα­στῆ ἀ­πό κά­θε Ἐ­δεσ­σαῖ­ο, ἀ­πό κά­θε Μα­κε­δό­να, ἀ­πό κά­θε Ἕλ­λη­να. Προ­σω­πι­κά δέ­χθη­κα τίς εὐ­λο­γί­ες του, ὡς μάν­να ἐξ οὐ­ρα­νοῦ, με­τά τόν θά­να­το τοῦ συ­ζύ­γου μου τό 1977. Ὁ κα­λός Θε­ός εἰ­σά­κου­σε τίς προ­σευ­χές μου, ἄ­νοι­ξε μο­νο­πά­τι­α γι­ά νά δι­α­βῶ καί ἀν­θρώ­πους τοῦ Θε­οῦ νά μέ βο­η­θή­σουν. Ἡ κα­λω­σύ­νη του, ἡ με­γά­λη του καρ­δι­ά, ἡ ἀ­γά­πη του, μᾶς μα­γνή­τι­ζε».

Στήν συ­νέ­χει­α γρά­φει πῶς μέ τήν εὐ­λο­γί­α του λει­τούρ­γη­σε στό σπί­τι της τήν Μα­θη­τι­κή Στέ­γη, ὅ­που πα­ρέ­μει­ναν πολ­λές μα­θή­τρι­ες ἀ­πό τά χω­ρι­ά πού σπού­δα­ζαν στό Γυ­μνά­σι­ο τῆς Ἐ­δέσ­σης. Καί γρά­φει:
«Ὅ­σες φο­ρές τόν κα­λού­σα­με, ἀ­ντα­πο­κρί­νε­το καί μᾶς ἐ­πι­σκε­πτό­ταν. Τί με­γά­λη εὐ­λο­γί­α! Πά­ντα κά­τι κα­λό καί πα­τρι­κό εἶ­χε νά μᾶς πεῖ, ἀλ­λά ὅ­λο καί κά­τι ἔ­δι­νε σέ χρη­μα­τι­κό πο­σό, κέ­ρα­σμα γι­ά τά κο­ρί­τσι­α μας. Καί μι­ά ψυ­χή νά σω­θῆ κ. Θε­α­νώ (ἔ­λε­γε). Ὁ λό­γος του γλυ­κύς καί πα­τε­ρι­κός. Με­τά τήν κοί­μη­σή του κλο­νί­σθη­κε ἡ λει­τουρ­γί­α τῆς Μα­θη­τι­κῆς Στέ­γης, ὁ­πό­ταν τό 1990 ἔ­πα­ψε νά λει­τουρ­γεῖ. Τά δά­κρυ­ά μου ἄς ἀ­νέ­βουν ὡς θυ­μί­α­μα καί νά πρε­σβεύ­ει γι­ά μᾶς ὅ­λους, γι­ά τόν λα­ό τοῦ Θε­οῦ, γι­ά τό Ποί­μνι­ό του. Γι­ά ὅ­σους τόν γνώ­ρι­σαν καί τόν ἀ­γά­πη­σαν, ἀλ­λά καί γι­ά ὅ­σους δέν τόν γνω­ρί­σα­νε κα­λά, ἄς μα­θη­τεύ­σουν στό πό­νη­μά σας, στό βι­βλί­ο σας. Ὁ τά­φος Του καί τό ἀ­ναμ­μέ­νο κα­ντη­λά­κι στήν Ἔ­δεσ­σα εἶ­ναι ἡ πα­ρη­γο­ρι­ά μας, εἶ­ναι φά­ρος πού θά φω­τί­ζει γε­νε­ές».

Τό γε­γο­νός εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­λοι, ὅ­σοι ἔ­γρα­ψαν γι­ά τόν ἀ­εί­μνη­στο Ἐ­πί­σκο­πό μας, κά­νουν λό­γο γι­ά ἕ­ναν ἅ­γι­ο ἄν­θρω­πο, γι­ά ἕ­ναν εὐ­αί­σθη­το Πνευ­μα­τι­κό Πα­τέ­ρα, γι­ά ἕ­ναν ὀρ­θό­δο­ξο Ἱ­ε­ράρ­χη. Ἐ­πί­σης, θε­ώ­ρη­σαν ὅ­τι τό βι­βλί­ο πού ἐ­γρά­φη γι’ αὐ­τόν εἶ­ναι ἕ­να συ­να­ξά­ρι.


2. Οἱ ποι­μα­ντο­ρι­κές Ἐγκύ­κλι­οι

Ὁ ἀ­εί­μνη­στος Μη­τρο­πο­λί­της Καλ­λί­νι­κος εἶ­χε ἀ­νε­πτυγ­μέ­νο μέ­σα του ἔ­ντο­να τό αἴ­σθη­μα τῆς ποι­μα­ντι­κῆς δι­α­κο­νί­ας. Πά­ν­το­­τε ἐ­νερ­γοῦ­σε ὡς ποι­μέ­νας καί πα­τέ­ρας. Ἤ­θε­λε συ­νε­χῶς νά ἐ­πι­κοι­νω­νῆ μέ τό ποί­μνι­ό του καί κυ­ρί­ως μέ τούς Κλη­ρι­κούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐξ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Ἐ­πι­σκό­που ποι­μαί­νουν τό ποί­μνι­ο σέ κά­θε Ἐ­νο­ρί­α. Μέ τό «πνεῦ­μα» αὐ­τό ἔ­γρα­ψε πολ­λές Ἐ­γκυ­κλί­ους πρός τούς Κλη­ρι­κούς καί τόν λα­ό, ἀ­ντι­με­τω­πί­ζο­ντας διά­φο­ρα θέ­μα­τα καί προ­βλή­μα­τα.

Μέ πα­ρα­κα­λοῦ­σε πολ­λές φο­ρές –καί εἶ­χα πρό­θε­ση νά τό κά­νω, ἐ­άν δέν μέ προ­λάμ­βα­νε ἡ ἔ­ξο­δός του ἀ­πό τήν ζω­ή αὐ­τή– νά χω­ρί­σω τίς Ἐ­γκυ­κλί­ους αὐ­τές κα­τά θέ­μα­τα καί νά τίς ἐκ­δώ­ση ἡ Ἱ­ε­ρά Μη­τρό­πο­λη Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πί­ας, ὅσο ἐκεῖ­νος ζοῦσε. Με­τά τήν κοί­μη­σή του, ὡς ὑ­πα­κο­ή, αἰ­σθάν­θη­κα τήν ἀ­νά­γκη νά τό κά­νω. Ἔ­τσι, φεύ­γο­ντας ἀ­πό τήν Ἔ­δεσ­σα, πῆ­ρα μα­ζί μου τό ἀρ­χεῖ­ο τῶν Ἐ­γκυ­κλί­ων του, ὅ­πως τίς δι­ε­φύ­λασ­σε ὁ ἴ­δι­ος, τίς χώ­ρι­σα κα­τά θέ­μα­τα, μέ τήν βο­ή­θει­α τῆς ἀ­εί­μνη­στης Μο­να­χῆς τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Γε­νε­θλί­ου Θε­ο­τό­κου (Πε­λα­γί­ας) Μα­ρι­άμ Σπε­λέ­τα, καί ἤ­θε­λα νά τίς ἐκ­δώ­σω «εἰς μνή­μην καί μνη­μό­συ­νον αἰ­ώ­νι­ον» τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Ἱ­ε­ράρ­χου.

Ὁ Σεβ. Μη­τρο­πο­λί­της Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πί­ας καί ἀ­γα­πη­τός μου ἀ­δελ­φός κ. Ἰ­ω­ήλ μοῦ πρό­τει­νε νά ἐκδώση τό ἔρ­γο αὐ­τό ἡ Ἱ­ε­ρά Μη­τρό­πο­λή του, μέ τήν εὐ­και­ρί­α τῆς εἰ­κο­σα­ε­τί­ας ἀ­πό τήν κοί­μη­σή του. Καί φυ­σι­κά θε­ώ­ρη­σα ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ὁ φυ­σι­κός «χῶ­ρος» τῆς ἐκ­δό­σε­ως τῶν Ἐ­γκυ­κλί­ων αὐ­τῶν, γι­α­τί οἱ Ἐ­γκύ­κλι­οι ἀ­να­φέ­ρο­νται στό ποί­μνι­ο τῆς Ἱ­ε­ρᾶς αὐ­τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως. Βε­βαί­ως, θά ὠ­φε­λή­ση ἡ ἔκ­δο­ση ἀ­να­λο­γι­κά καί ὁ­λό­κλη­ρη τήν Ἐκ­κλη­σί­α.

Οἱ ποι­μα­ντο­ρι­κές Ἐ­γκύ­κλι­οι χω­ρί­σθη­καν σέ ἑ­πτά ἐ­πί μέ­ρους ἑ­νό­τη­τες. Ἡ πρώ­τη τιτ­λο­φο­ρεῖ­ται «Ἐ­πί τῇ ἐν­θρο­νί­σει» καί πα­ρα­τί­θε­ται ἡ πρώ­τη ποι­μα­ντο­ρι­κή Ἐ­γκύ­κλι­ος πρός τόν Κλῆ­ρο καί τόν λα­ό καί ἡ ἐ­ννε­νη­κο­στή Ἐ­γκύ­κλι­ος μέ τήν συ­μπλή­ρω­ση τῆς πρώ­της πε­ντα­ε­τί­ας στόν θρό­νο τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πί­ας. Στίς ἄλ­λες ἑ­νό­τη­τες πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται ὅ­λες οἱ ἄλ­λες ποι­μα­ντο­ρι­κές Ἐ­γκύ­κλι­οι, καί χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται ὡς ἑ­ξῆς: Ἡ δεύ­τε­ρη «Ἱ­ε­ρα­τι­κές», ἡ τρί­τη «Λει­τουρ­γι­κές -λα­τρευ­τι­κές», ἡ τέ­ταρ­τη «Ποι­μα­ντι­κές», ἡ πέ­μπτη «Δι­οι­κη­τι­κές», ἡ ἕ­κτη «Ἑ­όρ­τι­ες», καί ἡ ἑ­βδό­μη «Ἁ­γι­ο­λο­γι­κές».

Τε­λι­κά, ἡ Ἱ­ε­ρά Μη­τρό­πο­λη Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πί­ας ἐ­ξέ­δω­σε τίς Ποι­μα­ντο­ρι­κές Ἐ­γκυ­κλί­ους σέ ἕ­ναν τό­μο μέ τίτ­λο «Ἔκ­φρα­ση Ποι­μα­ντι­κῆς Εὐ­θύ­νης» καί ὑ­πό­τιτ­λο «Ἐ­γκύ­κλι­οι τοῦ ἀ­οι­δί­μου Μη­τρο­πο­λί­του Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πί­ας κυ­ροῦ Καλ­λι­νί­κου (1967-1984)».
Ἡ ἔκ­δο­ση αὐ­τή εἶ­ναι κα­λαί­σθη­τη καί ἐ­πι­με­λη­μέ­νη. Ὁ τίτ­λος τοῦ βι­βλί­ου ἀ­πο­δί­δει τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δι­ό­τι ὅ­λες οἱ Ἐ­γκύ­κλι­οι ἐκ­φρά­ζουν τίς δι­οι­κη­τι­κές ἱ­κα­νό­τη­τες τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Μη­τρο­πο­λί­του, τήν πεί­ρα τήν ὁ­ποί­α εἶ­χε ὡς πρός τήν δι­οί­κη­ση τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως, τήν εὐ­αι­σθη­σί­α του σέ ποι­μα­ντι­κά θέ­μα­τα, τήν ἀ­γω­νί­α του γι­ά τήν παι­δα­γώ­γη­ση τοῦ Ποι­μνί­ου του, τόν φό­βο τοῦ Θε­οῦ πού τόν δι­α­κα­τεῖ­χε, τήν εὐ­λά­βει­α πού εἶ­χε ἀ­πέ­να­ντι σέ ὅ,τι σχετίζεται μέ τόν Να­ό καί τά Μυ­στή­ρι­α καί πολ­λά ἄλ­λα τά ὁ­ποῖ­α δεί­χνουν τό «ἀ­τό­φι­ο» ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό φρό­νη­μα τό ὁ­ποῖ­ο δι­έ­θε­τε.

Τό ἐ­ξώ­φυλ­λο τοῦ βι­βλί­ου εἶ­ναι κα­λαί­σθη­το. Τό ἐ­μπρο­σθό­φυλ­λο ἔ­χει τήν μο­να­δι­κή φω­το­γρα­φί­α τήν ὁ­ποί­α εἶ­χε βγά­λει ὁ μα­κα­ρι­στός Ἱ­ε­ράρ­χης σέ φω­το­γρά­φο καί τήν ὁ­ποί­α εἶ­χε ἀ­πο­στεί­λει στήν Σύ­νο­δο πού τοῦ τήν εἶ­χε ζη­τή­σει, τό δέ ὀ­πι­σθό­φυλ­λο ἔ­χει χει­ρό­γρα­φο σχέ­δι­ο κη­ρύγ­μα­τός του πού εἶ­ναι, ὅ­πως ὁ ἴ­δι­ος γρά­φει, «Λό­γος ἐ­πί τῇ ἀ­κο­λου­θί­ᾳ τοῦ Με­γά­λου Κα­νό­νος». Πρό­κει­ται γι­ά σύ­ντο­μο δι­ά­γραμ­μα κη­ρύγ­μα­τός του, μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­λύ­ει τό κο­ντά­κι­ο «Ψυ­χή, ψυ­χή μου…» καί στό ὁ­ποῖ­ο κά­νει λό­γο γι­ά τό ξύ­πνη­μα ἀ­πό τό ὕ­πνο τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, γι­ά τήν με­τά­νοι­α δι­ό­τι τό τέ­λος ἐγ­γί­ζει, καί ὅ­πως γρά­φει πρέ­πει νά με­τα­νο­ή­σου­με δι­ό­τι «ὁ Κύ­ρι­ος ἐγ­γύς. Ὁ θά­να­τος πλη­σί­ον γυ­μνός… τήν τε­λευ­ταί­αν στιγ­μήν πε­ρι­πί­πτει ὁ ἄν­θρω­πος εἰς κω­μα­τώ­δη κα­τά­στα­σιν καί δέν αἰ­σθά­νε­ται». Καί κα­τα­λή­γει: «Ξύ­πνα. Ἐ­ξε­γέρ­θη­τι. Ἄ­φη­σε τόν ὕ­πνον. Με­τα­νό­η­σον ὡς ἡ Ὁ­σί­α Μα­ρί­α ἡ Αἰ­γυ­πτί­α. Ἐ­ξο­μο­λό­γη­σις πλή­ρης. Θά λυ­πη­θῆ ὁ Χρι­στός, Ὅ­στις δέν ἀ­πα­τᾶ­ται. Ὁ «Πα­ντα­χοῦ Πα­ρών». Ψυ­χή μου…».

Γι­ά τήν ἔκ­δο­ση κρί­θη­κε ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρά Μη­τρό­πο­λη νά πε­ρι­λη­φθοῦν οἱ Ἐ­γκύ­κλι­οι ὅ­πως ἀ­πε­στά­λη­σαν, μέ τόν λο­γό­τυ­πο τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως, τόν ἀ­ριθ­μό Πρω­το­κόλ­λου, τήν ἡ­με­ρο­μη­νί­α ἀ­πο­στο­λῆς, ὅ­πως γί­νε­ται μέ τίς ἐ­πι­στη­μο­νι­κές ἐκ­δό­σεις, γι­ά νά νά μεί­νουν οἱ Ἐ­γκύ­κλι­οι ὅ­πως ἀ­πε­στά­λη­σαν. Πι­θα­νῶς σέ μι­ά δεύ­τε­ρη ἔκ­δο­ση νά δη­μο­σι­ευ­θοῦν χω­ρίς τά ἐν­δει­κτι­κά αὐ­τά ση­μεῖ­α.
Τό βι­βλί­ο ἀρ­χί­ζει μέ πρό­λο­γο τοῦ Σεβ. Μη­τρο­πο­λί­του Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πί­ας κ. Ἰ­ω­ήλ μέ τίτ­λο «Τοῖς ἐ­ντευ­ξο­μέ­νοις», στόν ὁ­ποῖ­ον με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων γρά­φε­ται:
«Οἱ ἐ­γκύ­κλι­οι αὐ­τές εἶ­ναι ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα ἀ­πό πλευ­ρᾶς γλώσ­σης, συ­ντα­τι­κοῦ, πο­λυ­ποι­κί­λου ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου καί ἀ­πο­πνέ­ουν τό ἄ­ρω­μα τῆς ἁ­γι­ό­τη­τάς του, τῆς ἀ­γω­νί­ας του, τῆς εὐ­θύ­τη­τάς του, τῆς σε­μνῆς προσ­δο­κί­ας του νά δεῖ τήν Μη­τρό­πο­λή του νά γί­νε­ται ἕ­να τμῆ­μα τοῦ Πα­ρα­δεί­σου».

Στήν συ­νέ­χει­α πα­ρα­τί­θε­ται ἕ­να τμῆ­μα ἀ­πό τό βι­βλί­ο «Κό­σμη­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας», στό ὁ­ποῖ­ο γί­νε­ται λό­γος γι­ά τίς Ἐ­γκυ­κλί­ους τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Ἱ­ε­ράρ­χου, καί ἀ­κό­μη πα­ρα­τί­θε­ται μι­ά πε­ρί­λη­ψη τῶν 136 Ποι­μα­ντο­ρι­κῶν Ἐ­γκυ­κλί­ων του, μέ τήν χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά πού ἐ­ξε­δό­θη­σαν, τήν ὁ­ποί­α πε­ρί­λη­ψη ἔ­κα­νε ὁ Πρω­το­πρε­σβύ­τε­ρος π. Θω­μᾶς Βαμ­βί­νης.

Ἔ­πει­τα, πα­ρα­τί­θε­νται οἱ Ἐ­γκύ­κλι­οι σέ ἑ­πτά ἐ­πί μέ­ρους ἑ­νό­τη­τες, ὅ­πως ἀ­να­φέρ­θη­κε προ­η­γου­μέ­νως. Στό τέ­λος δη­μο­σι­εύ­ο­νται ἐν­δει­κτι­κές φω­το­γρα­φί­ες τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Μη­τρο­πο­λί­του ἀ­πό τήν χει­ρο­το­νί­α καί τήν ἐν­θρό­νι­σή του σέ Μη­τρο­πο­λί­τη Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πί­ας, ἕ­ως τήν Κοί­μη­σή του.
Δι­α­βά­ζο­ντας κα­νείς τίς Ἐ­γκυ­κλί­ους αὐ­τές, δι­α­πι­στώ­νει με­ρι­κά βα­σι­κά ση­μεῖ­α τά ὁ­ποῖ­α μέ συ­ντο­μί­α θά ἐκ­θέ­σω.

Τό πρῶ­το εἶ­ναι ὅ­τι ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Καλ­λί­νι­κος ἔ­χει βα­θει­ά πί­στη στόν Θε­άν­θρω­πο Χρι­στό, πού εἶ­ναι τέ­λει­ος Θε­ός καί τέ­λει­ος ἄν­θρω­πος. Εἶ­ναι ὁ δη­μι­ουρ­γός τοῦ κό­σμου, Ἐ­κεῖ­νος πού συ­ντη­ρεῖ τόν κό­σμο καί τόν ἀ­να­καί­νι­σε, ἰ­δι­αι­τέ­ρως Ἐ­κεῖ­νος πού ἀ­να­γέν­νη­σε τόν ἄν­θρω­πο. Μέ τήν εὐ­και­ρί­α τῶν με­γά­λων Δε­σπο­τι­κῶν Ἑ­ορ­τῶν το­νί­ζει, μέ ἁ­πλά λό­γι­α, τήν με­γά­λη ση­μα­σί­α τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Υἱ­οῦ καί Λό­γου τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά καί τήν ση­μα­σί­α τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς Του, πού εἶ­ναι προ­οί­μι­ο τῆς δι­κῆς μας ἀ­να­στά­σε­ως, κα­θώς ἐ­πί­σης καί τόν τρό­πο μέ τόν ὁ­ποῖ­ο κα­νείς βι­ώ­νει ἐ­σω­τε­ρι­κά τίς με­γά­λες αὐ­τές Δε­σπο­τι­κές Ἑ­ορ­τές.

Γι­ά πα­ρά­δειγ­μα, σέ μι­ά Ἐ­γκύ­κλι­ο Χρι­στου­γέν­νων γρά­φει:
«Ὅ­τι τό Βρέ­φος τῆς Βη­θλε­έμ εἶ­ναι Βα­σι­λεύς αἰ­ώ­νι­ος, ἀ­ναλ­λοί­ω­τος, ἀ­με­τά­βλη­τος καί ἀ­κα­τα­νί­κη­τος εἶ­ναι γε­γο­νός αὐ­τα­πό­δει­κτον. Καί μό­νη ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι ἱ­κα­νή νά πεί­σῃ πε­ρί τού­του πά­ντα ἀ­προ­κα­τά­λη­πτον».
Καί ἐ­πι­λέ­γει:
«Αὐ­τή ἡ ἄ­νευ ὅ­ρων καί ἐ­πι­φυ­λά­ξε­ων πα­ρά­δο­σις εἰς τόν Τε­χθέ­ντα Βα­σι­λέ­α Χρι­στόν ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἀ­να­γνώ­ρι­σιν Αὐ­τοῦ, τήν εὐ­γνω­μο­σύ­νην πρός Αὐ­τόν καί τό μυ­στι­κόν τῆς ἰ­δι­κῆς μας χα­ρᾶς καί εὐ­τυ­χί­ας»1.

Σέ ἄλ­λη Ἐ­γκύ­κλι­ο γρά­φει:
«Πρό πα­ντός ἡ Δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Νη­πί­ου τῆς Βη­θλε­έμ ἄς γί­νῃ πρᾶ­ξις ἀ­πό ἡ­μᾶς. Ἡ ζω­ή μας ἄς κα­τευ­θύ­νε­ται ἀ­πό τόν Θεῖ­ον Νό­μον. Λό­γοι, πρά­ξεις, σκέ­ψεις ἄς φω­τί­ζω­νται ἀ­πό τό φῶς τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Ἡ καρ­δί­α μας ἄς γί­νῃ θρό­νος τοῦ Πα­λαι­οῦ τῶν ἡ­με­ρῶν καί δι’ ἀν­θρώ­πους Νέ­ου. Συγ­χρό­νως ἄς εὐ­χη­θῶ­μεν, ὅ­πως σύ­μπα­σα ἡ ἀν­θρω­πό­της ἐ­πι­στρέ­ψῃ εἰς τόν Νε­ο­γέν­νη­τον Βα­σι­λέ­α Χρι­στόν, τόν Βα­σι­λέ­α τῶν Προ­φη­τῶν»2.

Σέ ἄλ­λη Ἐ­γκύ­κλι­ο γρά­φει:
«Ὁ ἄν­θρω­πος χω­ρίς Χρι­στόν εἶ­ναι δυ­στυ­χής. Οὔ­τε ἡ σε­λή­νη τόν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ. Οὔ­τε ὁ Ἄ­ρης θά τόν χορ­τά­σῃ. Οὔ­τε ἡ κα­τά­κτη­σις τῶν ἄλ­λων πλα­νη­τῶν θά τόν ξε­δι­ψή­σῃ. Μό­νον ὁ Ἐ­ναν­θρω­πή­σας Θε­ός, μό­νον τό Νή­πι­ον τῆς Βη­θλε­έμ, μό­νον ὁ Κύ­ρι­ος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός ἱ­κα­νο­ποι­εῖ πλή­ρως τόν οὐ­ρα­νο­πο­λί­την ἄν­θρω­πον»3.

Σέ ἄλ­λη Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κη Ἐ­γκύ­κλι­ο γρά­φει:
«Τό Νή­πι­ον τῆς Βη­θλε­έμ ἁ­πλώ­νει τό μι­κρόν καί ἀ­δύ­να­τον, ἀλ­λά μέ­γα καί πα­ντο­δύ­να­μον Χέ­ρι Του καί ζη­τεῖ τό τρε­μά­με­νον χέ­ρι τοῦ ἀν­θρώ­που, δι­ά νά ἀ­νυ­ψώ­σῃ, δι­ά νά σώ­σῃ, δι­ά νά με­τα­βά­λῃ τόν ἄν­θρω­πον εἰς ἄγ­γε­λον, δι­ά νά τόν φέ­ρῃ εἰς τούς οὐ­ρα­νούς, δι­ά νά τόν κα­τα­στή­σῃ πα­νευ­τυ­χῆ.
Ἄς ὑ­ψω­θῶ­μεν λοι­πόν. Ἄς ἐ­γερ­θῶ­μεν πνευ­μα­τι­κῶς. Ἄς ζή­σω­μεν νέ­αν ζω­ήν, κα­τά τό θέ­λη­μα τοῦ Ἐ­ναν­θρω­πή­σα­ντος Χρι­στοῦ»4.

Σέ Ἐ­γκύ­κλι­ο κα­τά τήν Πρω­το­χρο­νι­ά γρά­φει:
«Ἐ­π’ εὐ­και­ρί­ᾳ τῆς ἀ­να­το­λῆς τοῦ νέ­ου ἔ­τους κα­λού­με­θα νά πε­τά­ξω­μεν, ὡς ἄλ­λο ρυ­πα­ρόν ἔν­δυ­μα, τήν ἁ­μαρ­τί­αν. Νά κα­θα­ρί­σω­μεν τόν ἑ­αυ­τόν μας δι­ά τῶν Ἱ­ε­ρῶν Μυ­στη­ρί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Νά ἐν­δυ­θῶ­μεν τόν Χρι­στόν. Νά γί­νω­μεν νέ­οι ἄν­­θρω­ποι.
Ἐ­άν ὑ­πῆρ­χεν τρό­πος νά ἐ­γί­νο­ντο ὅ­λοι οἱ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι νέ­οι, ὅ­λοι θά προ­ε­τί­μων μέ πᾶ­σαν θυ­σί­αν νά ἐ­πα­νέλ­θουν εἰς τούς νε­α­νι­κούς χρό­νους.
Αὐ­τό δέν εἶ­ναι σπου­δαῖ­ον τό­σον. Ἐ­κεῖ­νο, τό ὁ­ποῖ­ον ἔ­χει με­γί­στην καί πρω­τί­στην ἀ­ξί­αν, εἶ­ναι νά γί­νω­μεν νέ­οι κα­τά τήν ψυ­χήν, τήν καρ­δί­αν, τόν νοῦν, τάς ἐ­πι­θυ­μί­ας, λό­γους καί πρά­ξεις μας. Νά ἑ­νω­θῶ­μεν μέ τόν πά­ντο­τε Νέ­ον καί Νε­ο­ποι­όν Χρι­στόν.
Ἐ­άν δέν γί­νω­μεν νέ­οι κα­τά τό ἐ­σω­τε­ρι­κόν μας, θά ἔρ­χω­νται νέ­α ἔ­τη καί ἡ­μεῖς θά πα­ρα­μέ­νω­μεν πα­λαι­οί, ἀ­σθε­νεῖς καί ἀ­δύ­να­τοι. Τά νέ­α ἔ­τη θά χει­ρο­τε­ρεύ­ουν, δι­ό­τι οἱ ἄν­θρω­ποι κά­μνουν νέ­α ἔ­τη καί ὄ­χι τά νέ­α ἔ­τη τούς ἀν­θρώ­πους.
Ἑ­πο­μέ­νως ἀ­πό ἡ­μᾶς ἐ­ξαρ­τᾶ­ται νά ἔ­χω­μεν τόν νέ­ον Ἐ­νι­αυ­τόν τῆς Χρη­στό­τη­τος Κυ­ρί­ου νέ­ον, χα­ρού­με­νον, εἰ­ρη­νι­κόν, εὐ­λο­γη­μέ­νον πα­ρά τοῦ Σω­τῆ­ρος Χρι­στοῦ».

Σέ Ἐ­γκύ­κλι­ο κα­τά τήν ἑ­ορ­τή τοῦ Πά­σχα γρά­φει:
«Νά ζή­σω­μεν ἁ­γί­αν ζω­ήν ἐν Χρι­στῷ. Νά γί­νω­μεν νέ­οι εἰς τήν καρ­δί­αν μέ πό­θους ἱ­ε­ρούς καί ἀ­νω­τέ­ρους. Νέ­οι εἰς τόν νοῦν μέ σκέ­ψεις ἁ­γί­ας. Νέ­οι εἰς τάς ἀ­πο­φά­σεις καί προ­πα­ντός νέ­οι εἰς τάς πρά­ξεις. Ἁ­γνοί, εἰ­ρη­νι­κοί, ἐ­γκρα­τεῖς, φι­λά­δελ­φοι, δί­και­οι, ἐ­λεή­μο­νες, ἀ­νε­ξί­κα­κοι, εὐ­χά­ρι­στοι, τα­πει­νοί, ἁ­πλοί, ἄ­κα­κοι, φι­λα­λή­θεις, εὐ­θεῖς, ἅ­γι­οι, ἄν­θρω­ποι τοῦ Θε­οῦ. Νά συ­ντε­λε­σθῇ πνευ­μα­τι­κή ἀ­νά­στα­σις, ἀ­να­γέν­νη­σις, ἀ­να­μόρ­φω­σις, με­τα­μόρ­φω­σις, νέ­α Δη­μι­ουρ­γί­α. Τά πα­λαι­ά πά­θη, αἱ πα­λαι­αί προ­κα­τα­λή­ψεις νά ὑ­πο­χω­ρή­σουν. Νά δη­μι­ουρ­γη­θοῦν δι­ά τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως νέ­οι ἄν­θρω­ποι, νά σκορ­πί­ζουν χα­ράν, εὐ­λο­γί­αν, εὐ­ω­δί­αν πνευ­μα­τι­κήν. Ἀ­πό σκο­τει­νοί φω­τει­νοί, ἀ­πό σκλη­ροί λε­πτοί καί πρᾶ­οι, ὡ­λο­κλη­ρω­μέ­ναι προ­σω­πι­κό­τη­τες».

Καί πι­ό κά­τω γρά­φει:
«Ἡ Ἀ­νά­στα­σις τοῦ Χρι­στοῦ δέν εἶ­ναι νά πι­στεύ­ω­μεν, ὅ­τι κά­πο­τε ἐ­σταυ­ρώ­θη ὁ Κύ­ρι­ος καί Ἀ­νέ­στη. Ἡ Ἀ­νά­στα­σις τοῦ Κυ­ρί­ου δέν εἶ­ναι ἕν πα­λαι­όν καί ἀ­πο­με­μα­κρυ­σμέ­νον γε­γο­νός, ἀλ­λά καί σύγ­χρο­νος πραγ­μα­τι­κό­της. Πρέ­πει νά συν­δε­θῇ μέ τήν ἰ­δι­κήν μας ἀ­νά­στα­σιν. Ἐ­άν ἡ­μεῖς δέν ἀ­να­στη­θῶ­μεν ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­αν, ἐ­άν ἡ­μεῖς δέν ἀλ­λά­ξω­μεν ζω­ήν, ἐ­άν ἡ­μεῖς δέν με­τα­βά­λω­μεν τό ἐ­σω­τε­ρι­κόν μας, «ἑ­ορ­τά­ζο­μεν ἐν ζύ­μῃ πα­λαι­ᾷ καί ἐν ζύ­μῃ κα­κί­ας καί πο­νη­ρί­ας» (Α΄ Κορ. ε΄, 8). Οἱ χρό­νοι περ­νοῦν. Ἡ Ἑ­ορ­τή τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται καί οἱ ἑ­ορ­τα­σταί μέ­νουν οἱ ἴ­δι­οι. Καμ­μί­α με­τα­βο­λή, καμ­μί­α ὠ­φέ­λει­α. Πρέ­πει νά τό πά­ρω­μεν ἀ­πό­φα­σιν. Ἡ Ἀ­νά­στα­σις τοῦ Κυ­ρί­ου συν­δέ­ε­ται μέ τήν ἀ­νά­στα­σιν ἡ­μῶν ἐκ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας»6.

Σέ ἄλ­λη πα­σχα­λι­νή Ἐ­γκύ­κλι­ο γρά­φει:
«Λυ­πού­με­θα καί ἀ­δη­μο­νοῦ­μεν, ὅ­τι εἴ­με­θα μό­νοι. Ὅ­τι ὅ­λοι μᾶς ἐ­γκα­τέ­λει­ψαν. Ξέ­νοι, γνω­στοί, φί­λοι, συγ­γε­νεῖς στε­νοί μᾶς ἐ­λη­σμό­νη­σαν. Δέν εἴ­με­θα μό­νοι. Βα­δί­ζει με­τά τῶν δύ­ο σκυ­θρω­πῶν μα­θη­τῶν ὁ Ἀ­να­στάς Κύ­ρι­ος, «οἱ δέ ὀ­φθαλ­μοί αὐ­τῶν ἐ­κρα­τοῦ­ντο τοῦ μή ἐ­πι­γνῶ­ναι αὐ­τόν». Μα­ζύ των ἦ­το, ἀλ­λ’ αὐ­τοί δέν Τόν ἀ­ντε­λή­φθη­σαν. Πλη­σί­ον μας εἶ­ναι, μα­ζύ μας βα­δί­ζει, μᾶς πα­ρα­κο­λου­θεῖ, ὡς ἡ σκι­ά, καί δέν Τόν αἰ­σθα­νό­με­θα. Φαί­νε­ται ὅ­τι εἴ­με­θα τυ­φλοί (Ἀ­ποκ. γ΄, 17). Μᾶς ἐ­μπο­δί­ζει ἡ ἀ­πι­στί­α ἤ ἡ ὀ­λι­­γο­πι­στί­α. Ἄς φαί­νω­νται ὅ­λα σκο­τει­νά, ἄς πα­ρου­σι­ά­ζω­νται ὅ­λα ἀ­πελ­πι­στι­κά. Ἡ χα­ρά τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως θά πρέ­πῃ νά εἶ­ναι μό­νι­μος. Ἡ πά­ντων Χα­ρά, ὁ Κύ­ρι­ος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός εἶ­πεν «ἐν τῷ κό­σμῳ θλῖ­ψιν ἕ­ξε­τε· ἀλ­λά θαρ­σεῖ­τε ἐ­γώ νε­νί­κη­κα τόν κό­σμον» (Ἰ­ω­άν. ι­στ΄, 33)».

Καί σέ ἄλ­λη πα­σχα­λι­νή Ἐ­γκύ­κλι­ο:
«Ἄς ἐ­ρευ­νή­ση ὁ κα­θέ­νας μας ἐ­άν τό Φῶς τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως εἰ­σῆλ­θεν εἰς τήν καρ­δί­αν του. Ἐ­άν ἔ­χῃ φω­τει­νήν καρ­δί­αν, φω­τει­νόν νοῦν, φω­τει­νήν ψυ­χήν. Ἄς ἐ­ξε­τά­σῃ ἄν τό Φῶς τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως φω­τί­ζῃ τό ἐ­σω­τε­ρι­κόν του, ἐ­άν ζῇ ἐν Χρι­στῷ Ἀ­να­στά­ντι, ἐ­άν πο­ρεύ­η­ται τήν ὁ­δόν Κυ­ρί­ου, ἐ­άν οἱ λό­γοι, αἱ πρά­ξεις καί αἱ σκέ­ψεις του ἔ­χουν τήν σφρα­γί­δα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως, ἐ­άν γε­νι­κῶς ὅ­λη ἡ συ­μπε­ρι­φο­ρά του εἶ­ναι φω­τει­νή. Ἄς πα­ρα­κο­λου­θή­σῃ ἐ­άν εἶ­ναι φῶς τῶν ἀν­θρώ­πων, κα­τά τήν ἁ­γι­ο­γρα­φι­κήν ἐ­ντο­λήν: «ὑ­μεῖς ἐ­στε τό φῶς τοῦ κό­σμου» (Ματθ. ε΄, 14). Τί ἔ­χο­μεν νά κερ­δί­σω­μεν ἐ­άν ὁ Οὐ­ρα­νός καί ἡ γῆ καί τά κα­τα­χθό­νι­α πλέ­ουν εἰς τό φῶς καί ἡ­μεῖς εὑ­ρι­σκώ­με­θα εἰς τό σκό­τος; Ποῖ­ον ὄ­φε­λος ἐ­άν ζῶ­μεν εἰς ἡ­λι­ό­λου­στα μέ­γα­ρα καί συγ­χρό­νως ἡ καρ­δί­α μας ἔ­χῃ σπή­λαι­α σκο­τει­νά, εἰς τά ὁ­ποῖ­α φο­βε­ρά πά­θη ἐμ­φω­λεύ­ουν; Ποῖ­ον τό κέρ­δος, ὅ­ταν ὁ ἄ­ψυ­χος κό­σμος φω­τί­ζε­ται καί ὁ λο­γι­κός ἄν­θρω­πος ζῇ εἰς τό σκό­τος τῆς ἁ­μαρ­τί­ας; Πά­ντο­τε, ἀλ­λ’ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τάς Ἁ­γί­ας ἡ­μέ­ρας τοῦ Πά­σχα, ἄς ἀ­πο­θέ­σω­μεν «τά ἔρ­γα τοῦ σκό­τους» καί ἄς ἐν­δυ­θῶ­μεν «τά ὅ­πλα τοῦ φω­τός» (Ρωμ. ιγ΄, 12). Ἄς ἀ­νοί­ξω­μεν τάς καρ­δί­ας μας δι­ά νά εἰ­σέλ­θουν αἱ ἀ­κτῖ­νες τοῦ Θεί­ου Φω­τός, ἤ ἀ­κρι­βέ­στε­ρον δι­ά νά λάμ­ψῃ ἐ­ντός ἡ­μῶν ὁ ἐκ τοῦ τά­φου ἐ­κλάμ­ψας Χρι­στός».

Τό δεύ­τε­ρο ση­μεῖ­ο πού πα­ρα­τη­ρεῖ κα­νείς στίς Ἐ­γκυ­κλί­ους τοῦ μακαριστοῦ Ἱ­ε­ράρ­χου εἶ­ναι ἡ πί­στη του ὅ­τι οἱ Κλη­ρι­κοί, ἰ­δι­αι­τέ­ρως ὁ Ἐ­πί­σκο­πος, εἶ­ναι εἰ­κό­νες τοῦ Θε­οῦ, ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ Θε­οῦ ἀ­νά­με­σα στόν λα­ό. Ἔ­χει βα­θει­ά αἴ­σθη­ση ὅ­τι οἱ Κλη­ρι­κοί δέν εἶ­ναι με­ρι­κοί ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοί ὑ­πάλ­λη­λοι, ἀλ­λά οἱ Ποι­μέ­νες τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ, πού ἐ­νερ­γοῦν μέ τήν ἐ­ντο­λή τοῦ Θε­οῦ καί ἐρ­γά­ζο­νται μέ τήν δι­κή Του δύ­να­μη. Οἱ Κλη­ρι­κοί πρέ­πει νά εἶ­ναι ἄ­ξι­οι τῆς ἀ­πο­στο­λῆς τους, νά ἔ­χουν γνώ­ση τοῦ ἔρ­γου τους καί νά ἀ­γα­ποῦν πά­νω ἀ­πό ὅ­λα τά ἄλ­λα τό ποί­μνι­ό τους.
Κα­τ’ ἀρ­χάς, πολ­λές φο­ρές στίς Ἐ­γκυ­κλί­ους το­νί­ζει ὅ­τι θά πρέ­πη νά τόν δέ­χω­νται ὡς ἀ­δελ­φό καί πα­τέ­ρα, νά τοῦ ἀ­να­φέ­ρουν τά προ­βλή­μα­τά τους καί νά μήν ἱ­κε­τεύ­ουν λα­ϊ­κούς γι­ά νά με­σι­τεύ­ουν στόν Ἀρ­χι­ε­ρέ­α. Γρά­φει σέ μι­ά Ἐ­γκύ­κλι­ό του πρός τούς Κλη­ρι­κούς:
«Θέ­λω νά ἔ­χω­μεν ἀ­γά­πην, νά εὐ­φραί­νε­σθε ὅ­ταν μέ βλέ­πε­τε καί νά σκιρ­τῶ ὅ­ταν σᾶς βλέ­πω. Νά μέ βλέ­πε­τε ὡς Πα­τέ­ρα καί Ἀ­δελ­φόν καί νά σᾶς βλέ­πω ὡς τέ­κνα ἀ­γα­πη­τά καί ἀ­δελ­φούς γνη­σί­ους»9.

Στήν ἴ­δι­α Ἐ­γκύ­κλι­ο γρά­φει:
«Ἡ­μεῖς οἱ Κλη­ρι­κοί ἰ­δι­αι­τέ­ρως εἴ­με­θα «πό­λις ἐ­πά­νω ὄ­ρους κει­μέ­νη». Πά­ντων, εὐ­σε­βῶν καί ἀ­σε­βῶν, τά βλέμ­μα­τα στρέ­φο­νται πρός ἡ­μᾶς. Καί ἡ ἐ­λα­χί­στη πα­ρε­κτρο­πή μας εἶ­ναι ὁ­ρα­τή. Ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς ἀ­θα­νά­του Ψυ­χῆς μας καί τῶν Ψυ­χῶν τῶν Χρι­στι­α­νῶν μας, ἄς προ­σέ­χω­μεν. Ἡ ζω­ή μας ἄς εἶ­ναι ἀ­στρα­πή, δι­ά νά εἶ­ναι ὁ λό­γος μας βρο­ντή. Ἄς βα­δί­ζω­μεν ἐ­ντός τοῦ πλαι­σί­ου τῆς Θεί­ας Γρα­φῆς καί τῶν Ἱ­ε­ρῶν Κα­νό­νων τῆς Ἁ­γί­ας ἡ­μῶν Ἐκ­κλη­σίας».

Καί σέ ἄλ­λη Ἐ­γκύ­κλι­ο γρά­φει:
«Θά λο­γο­δο­τή­σω­μεν δι­ά τήν ἀ­το­μι­κήν μας ζω­ήν καί δι­ά τήν ποι­μα­ντι­κήν μας ἐρ­γα­σί­αν. Θά μᾶς ἐ­ρω­τή­σῃ ὁ Κύ­ρι­ος με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων ἐ­άν ἀ­φή­σα­μεν δι­α­δό­χους εἰς τά Θυ­σι­α­στή­ρι­α».

Σέ Ἐ­γκύ­κλι­ό του μέ τήν συ­μπλή­ρω­ση 5ετίας ἀ­πό τήν ἐν­θρό­νι­σή του εὐ­γνω­μο­νεῖ «τόν Ἀρ­χι­ποί­με­να Κύ­ρι­ον, δι­ό­τι ὁ­δή­γη­σεν ἡ­μᾶς εἰς τόν ἐ­κλε­κτόν τοῦ­τον τό­πον μέ τούς εὐ­λο­γη­μέ­νους κα­τοί­κους του», στήν συ­νέ­χει­α ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ὅ­τι προ­σπά­θη­σε νά καλ­λι­ερ­γή­ση τόν ἀ­γρό τοῦ Κυ­ρί­ου καί, ἐ­άν ἔ­γι­νε κά­τι, ὀ­φεί­λε­ται στόν Χρι­στό καί τούς Χρι­στι­α­νούς τῆς πε­ρι­ο­χῆς καί γρά­φει:
«Ἑ­πο­μέ­νως ἀ­πο­μέ­νει νά πρά­ξω­μεν ὅ,τι πα­ρε­λεί­ψα­μεν καί νά συ­μπλη­ρώ­σω­μεν ὅ,τι πα­ρέ­μει­νε ἀ­τε­λές. Ἐ­πι­βάλ­λε­ται νά λη­σμο­νή­σω­μεν ὅ,τι κα­τορ­θώ­θη καί νά φρο­ντί­σω­μεν ὥ­στε ἅ­πα­ντες οἱ Χρι­στι­α­νοί, γέ­ρο­ντες καί νέ­οι, μι­κροί καί με­γά­λοι, ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες νά πλη­σι­ά­σω­μεν πε­ρισ­σό­τε­ρον τόν Σω­τῆ­ρα καί Λυ­τρω­τήν Κύ­ρι­ον ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν, τήν Ἐκ­κλη­σί­αν Αὐ­τοῦ, τά Θεῖ­α Μυ­στή­ρι­α καί τόν σω­τή­ρι­ον Νό­μον Αὐ­τοῦ. Ἐ­πι­βάλ­λε­ται καί νά θυ­σι­α­σθῶ­μεν, ἀρ­κεῖ ἅ­παν τό Χρι­στε­πώ­νυ­μον Πλή­ρω­μα νά ζῇ κα­τά Θε­όν καί νά ἀ­κο­λου­θῇ τάς Πα­ρα­δό­σεις τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τοῦ Ἔ­θνους.
Στη­ρι­ζό­με­νοι εἰς τό ἄ­πει­ρον ἔ­λε­ος τοῦ ἐ­ναν­θρω­πή­σα­ντος Θε­οῦ καί Θυ­σι­α­σθέ­ντος χά­ριν τοῦ ἀν­θρώ­που καί εἰς τάς προ­σευ­χάς καί τήν βο­ή­θει­αν ὑ­μῶν θά κα­τα­βά­λω­μεν πᾶ­σαν προ­σπά­θει­αν, ὥ­στε ἡ Ἄ­μπε­λος, ἥν ἐ­νε­πι­στεύ­θη ἡ­μῖν ἡ Βου­λή τοῦ Κυ­ρί­ου, ἀ­πο­βῇ καρ­πο­φό­ρος. Ἔ­χο­μεν σφο­δράν ἐ­πι­θυ­μί­αν ἡ κα­θ’ ἡ­μᾶς Ἱ­ε­ρά Μη­τρό­πο­λις νά εἶ­ναι τμῆ­μα τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ καί νά ἐ­πι­κρα­τῇ ἐν αὐ­τῇ ἡ εἰ­ρή­νη, ἡ χα­ρά καί ἅ­πα­ντες οἱ καρ­ποί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος».

Τό τρί­το ση­μεῖ­ο εἶ­ναι ὅ­τι δί­νει με­γά­λη ση­μα­σί­α στήν λα­τρεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, στόν τρό­πο πού γί­νε­ται καί βε­βαί­ως δί­νει με­γά­λη ση­μα­σί­α στό Μυ­στή­ρι­ο τῆς θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας, πού εἶ­ναι τό κε­ντρι­κό Μυ­στή­ρι­ο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Σέ μι­ά Ἐ­γκύ­κλι­ό του γρά­φει:
«Ἕ­κα­στος Ἐ­φη­μέ­ρι­ος ὀ­φεί­λει νά τε­λῆ ἁ­πά­σας τάς ἱ­ε­ράς Ἀ­κο­λου­θί­ας τάς προ­βλε­πο­μέ­νας ὑ­πό τοῦ Τυ­πι­κοῦ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἡ­μῶν. Ὁ Ἱ­ε­ρεύς δέν χρει­ά­ζε­ται μό­νον τάς Κυ­ρι­α­κάς καί Ἑ­ορ­τάς, ἀλ­λά κα­θ’ ἑ­κά­στην ἡ­μέ­ραν. Ὀ­φεί­λει νά προ­σεύ­χη­ται ὑ­πέρ ἑ­αυ­τοῦ καί τοῦ Λα­οῦ. Οἱ Κώ­δω­νες τῶν Ἱ­ε­ρῶν Να­ῶν κρού­ο­νται κα­θ’ ἑ­κά­στην ἡ­μέ­ραν ὑ­πο­μι­μνή­σκο­ντες εἰς τούς Χρισ­τι­α­νούς, ὅ­τι οἱ Ποι­μέ­νες ἀ­γρυ­πνοῦν ἐν ταῖς προ­σευ­χαῖς ὑ­πέρ τῶν πι­στῶν. Κα­κῶς καί ἐ­σφαλ­μέ­νως νο­μί­ζουν με­ρι­κοί, ὅ­τι μό­νον εἰς τάς πό­λεις δέ­ον νά τε­λῶ­νται ἅ­πα­σαι αἱ Ἱ­ε­ραί Ἀ­κο­λου­θί­αι. Καί εἰς τό πλέ­ον ἀ­πο­με­μα­κρυ­σμέ­νον χω­ρί­ον, ἐ­φ’ ὅ­σον ὑ­πάρ­χῃ Ἱ­ε­ρεύς, θά γί­νε­ται ὅ,τι ἀ­κρι­βῶς τε­λεῖ­ται καί εἰς τούς Ἱ­ε­ρούς Να­ούς τῶν Πό­λε­ων. Ὁ Ἱ­ε­ρεύς εἶ­ναι κα­τά πρῶ­τον λό­γον Λει­τουρ­γός. Ἑ­πο­μέ­νως εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νά εἶ­ναι φι­λα­κό­λου­θος».

Καί σέ ἄλ­λη Ἐ­γκύ­κλι­ο ἐ­ρω­τᾶ:
«Πῶς τό ἀ­νέ­χε­ται ἡ συ­νεί­δη­σίς του (δηλ. τοῦ Ἱ­ε­ρέ­ως) νά εἶ­ναι ὑ­γι­ής καί τήν Κυ­ρι­α­κήν, τήν ἡ­μέ­ραν τοῦ Κυ­ρί­ου, τήν κα­τ’ ἐ­ξο­χήν ἡ­μέ­ραν Θεί­ας Λα­τρεί­ας, νά μή λει­τουρ­γῇ; Ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α εἶ­ναι δι­ά τούς Ἱ­ε­ρεῖς ὁ ζω­ο­γό­νος πνευ­μα­τι­κός ἀ­έ­ρας. Ὅ­ταν ὁ Ἐ­πί­σκο­πος ἤ ὁ Πρε­σβύ­τε­ρος δέν λει­τουρ­γῇ ἤ ὁ Δι­ά­κο­νος δέν δι­α­κο­νῇ ἐν ἡ­μέ­ρᾳ Κυ­ρι­α­κῇ, ἐ­νῶ εἶ­ναι ὑ­γι­ής, θά πρέ­πῃ νά αἰ­σθά­νε­ται ἕν βά­ρος εἰς τό ἐ­σω­τε­ρι­κόν του καί νά δο­κι­μά­ζη λύ­πην βα­θεῖ­αν. Ἐ­άν δέν λα­χτα­ρᾷ δι­ά νά λει­τουρ­γή­σῃ τό­τε «ἐ­πά­γω­σεν» ψυ­χι­κῶς».

Σέ ἄλ­λη Ἐ­γκύ­κλι­ό του ἐκ­φρά­ζει τήν εὐ­λά­βει­α, τόν θαυ­μα­σμό καί τόν φό­βο του γι­ά τόν Ἱ­ε­ρό Να­ό, ὅ­που λα­τρεύ­ε­ται ὁ Θε­ός καί τε­λεῖ­ται ἡ θεί­α Λει­τουρ­γί­α:
«Πό­σον μᾶλ­λον εἶ­ναι ἱ­ε­ρός ὁ τό­πος τῆς λα­τρεί­ας τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Χρι­στι­α­νῶν! Ἱ­ε­ρώ­τε­ρος, δι­ό­τι ἐν αὐ­τῷ λα­τρεύ­ε­ται ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­ός. Ἱ­ε­ρώ­τε­ρος, δι­ό­τι ἐν αὐ­τῷ κα­τοι­κεῖ ὁ Ὕ­ψι­στος Θε­ός. Ἱ­ε­ρώ­τε­ρος, δι­ό­τι ἐν αὐ­τῷ τε­λεῖ­ται ἡ ἀ­ναί­μα­κτος θυ­σί­α, τό Μέ­γα Μυ­στή­ρι­ον τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας.
Ἑ­πο­μέ­νως, πρέ­πει νά τρέ­μω­μεν καί ὅ­ταν ἀ­κό­μη εὑ­ρι­σκώ­με­θα εἰς τό προ­αύ­λι­ον τῶν Ἱ­ε­ρῶν Να­ῶν, πο­λύ δέ πε­ρισ­σό­τε­ρον ἱ­στά­με­νοι ἐν αὐ­τοῖς».

Στήν Ἐ­γκύ­κλι­ό του «Πε­ρί Ἱ­ε­ρῶν Να­ῶν, Ἱ­ε­ρῶν Σκευ­ῶν κλπ. ἀ­ντι­κει­μέ­νων τῶν Ἱ­ε­ρῶν Να­ῶν καί εὐ­πρε­πεί­ας αὐ­τῶν»16, ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ κά­θε λε­πτο­μέ­ρει­α μέ ὅ,τι ὑ­πάρ­χει καί γί­νε­ται στόν Ἱ­ε­ρό Να­ό, ἀ­πό τήν ἀ­νέ­γερ­ση τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Να­οῦ μέ­χρι τά ψί­χου­λα τοῦ ἱ­ε­ροῦ ἀ­ντι­δώ­ρου. Πε­ρι­γρά­φει πῶς πρέ­πει νά εἶ­ναι ὁ Ἱ­ε­ρός Να­ός καί τά Ἱ­ε­ρά Σκεύ­η, πῶς νά κα­τα­σκευ­ά­ζω­νται, νά συ­ντη­ροῦ­νται, νά κα­θα­ρί­ζω­νται καί νά λει­τουρ­γοῦ­νται.

Ἐ­πί­σης στήν Ἐ­γκύ­κλι­ό του «Πε­ρί ἀ­πο­φυ­γῆς θο­ρύ­βου ἐν τοῖς Ἱ­ε­ροῖς Να­οῖς», μέ σχο­λα­στι­κό­τη­τα ἐ­ντο­πί­ζει κά­θε πι­θα­νή πη­γή θο­ρύ­βου στόν Ἱ­ε­ρό Να­ό καί ἔ­ξω ἀ­πό αὐ­τόν, κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῶν Ἱ­ε­ρῶν Ἀ­κο­λου­θι­ῶν, ἀ­πό τό ἀ­πρό­σε­κτο προ­σω­πι­κό –Κλη­ρι­κούς καί λα­ϊ­κούς– μέ­χρι τό ἀ­πρό­σε­κτο ἄ­ναμ­μα καί σβή­σι­μο τῶν κη­ρί­ων, θό­ρυ­βοι πού γί­νο­νται αἰ­τί­α νά χα­λᾶ ἡ πνευ­μα­τι­κή ἀ­τμό­σφαι­ρα καί νά μή δι­α­φέ­ρη ὁ «Οἶ­κος τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό τῶν συ­νή­θων τό­πων», κα­θι­στώ­ντας ὑ­πευ­θύ­νους κυ­ρί­ως τούς Ἐ­φη­με­ρί­ους, ἀ­φοῦ «ὅ­που ὑ­πάρ­χουν εὐ­λα­βεῖς ἱ­ε­ρεῖς, ἔ­χει ἐ­ξα­σφα­λι­σθῆ ἡ­συ­χία».

Ὁ τρό­πος τε­λέ­σε­ως τῆς λα­τρεί­ας εἶ­ναι δι­ά­χυ­τος μέ­σα σ’ ὅ­λες τίς Ἐ­γκυ­κλί­ους του, ὅ­ταν κά­νη λό­γο γι­ά τήν ἱ­ε­ρό­τη­τα τοῦ Να­οῦ, γι­ά τόν τρό­πο τε­λέ­σε­ως τῶν Ἱ­ε­ρῶν Ἀ­κο­λου­θι­ῶν, γι­ά τίς Πα­ρα­κλή­σεις, τήν Ἀρ­το­κλα­σί­α, τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α, τήν Προ­σκο­μι­δή, τόν τρό­πο ἐκ­φω­νή­σε­ως τῆς Κυ­ρι­α­κῆς Προ­σευ­χῆς, τήν τά­ξη κα­τά τήν θεί­α Κοι­νω­νί­α, γι­ά τούς Ἱ­ε­ρο­ψάλ­τες, γι­ά τά παι­δι­ά πού ὑ­πη­ρε­τοῦν στό ἱ­ε­ρό Βῆ­μα, γι­ά τίς δι­ά­φο­ρες Ἀ­κο­λου­θί­ες καί τά Μυ­στή­ρι­α κλπ.

Ὅ­λα αὐ­τά δεί­χνουν ἕ­ναν Ἐ­πί­σκο­πο πού εἶχε κέ­ντρο τῆς ζω­ῆς του τόν Να­ό, τά Μυ­στή­ρι­α, τήν λα­τρεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἰ­δι­αι­τέ­ρως τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α.

Τό τέ­ταρ­το εἶ­ναι ὅ­τι ἔ­χει βα­θει­ά αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι θά δώ­σου­με λό­γο στόν Θε­ό κα­τά τήν ἡ­μέ­ρα τῆς κρί­σε­ως, ὅ­ταν θά πα­ρα­στα­θοῦ­με ἐ­νώ­πι­ον τοῦ ἀ­δε­κά­στου βή­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τό τόν συ­νέ­χει κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά.

Σέ μι­ά Ἐ­γκύ­κλι­ό του πρός τούς Κλη­ρι­κούς γρά­φει:
«Ἡ­μεῖς οἱ Κλη­ρι­κοί… θά λο­γο­δο­τή­σω­μεν εἰς τόν Ἀρ­χι­ποί­με­να».

Σέ ἄλλη Ἐ­γκύ­κλι­ο γρά­φει:
«Ὁ βί­ος τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­πί τῆς γῆς εἶ­ναι βρα­χύς. Συ­ντό­μως φεύ­γο­μεν ἀ­πό τόν κό­σμον αὐ­τόν καί ὁ­δη­γού­με­θα εἰς Κρι­τή­ρι­ον. Θά λο­γο­δο­τή­σω­μεν δι­ά τήν ἀ­το­μι­κήν μας ζω­ήν καί δι­ά τήν ποι­μα­ντι­κήν μας ἐρ­γα­σί­αν. Θά μᾶς ἐ­ρω­τή­σῃ ὁ Κύ­ρι­ος με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων ἐ­άν ἀ­φή­σα­μεν δι­α­δό­χους εἰς τά Θυ­σι­α­στή­ρι­α».

Καί σέ ἄλ­λη Ἐ­γκύ­κλι­ό του, ἀπευθυνόμενος στούς Ἐφημερίους, γρά­φει:
«Εὐ­θύ­νη τρι­σμε­γί­στη ἀ­πέ­να­ντι ἡ­μῶν καί κυ­ρί­ως ἀ­πέ­να­ντι τοῦ Ὑ­ψί­στου Θε­οῦ… «Φο­βε­ρόν τό ἐ­μπε­σεῖν εἰς χεῖ­ρας Θε­οῦ Ζῶ­ντος»».

Πρέ­πει ἰ­δι­αι­τέ­ρως νά ση­μει­ω­θῆ αὐ­τό τό «πνεῦ­μα» μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο ἐ­γρά­φη­σαν οἱ Ἐ­γκύ­κλι­οι αὐ­τές. Εἶ­ναι τό «πνεῦ­μα» τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τος τοῦ Ἐ­πι­σκό­που αὐ­τοῦ καί τῆς αἰ­σθή­σε­ως τῆς πα­ρου­σί­ας μας μπρο­στά στό ἀ­δέ­κα­στο κρι­τή­ρι­ο τοῦ Θε­οῦ. Ὁ μα­καριστός ζοῦ­σε πά­ντο­τε μέ­σα σέ αὐ­τήν τήν προ­ο­πτι­κή, τῆς μα­ται­ό­τη­τος τῶν πα­ρό­ντων καί τῆς ἀ­πο­λαύ­σε­ως τῶν μή σα­λευο­μέ­νων.

Πα­ρου­σι­ά­ζο­ντας τό βι­βλί­ο αὐ­τό «Ἔκ­φρα­ση Ποι­μα­ντι­κῆς Εὐ­θύ­νης», θά πρέ­πη νά κα­τα­γρα­φοῦν καί με­ρι­κές ἀ­πα­ραί­τη­τες διευ­κρι­νί­σεις.
Ἡ πρώ­τη ὅ­τι ὁ χω­ρι­σμός σέ ἑ­πτά ἑ­νό­τη­τες δέν εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τος, οὔ­τε εὐ­χε­ρής. Δη­λα­δή, με­ρι­κές Ἐ­γκύ­κλι­οι, πού χα­ρα­κτη­ρί­σθη­καν ὡς δι­οι­κη­τι­κές, θά μπο­ροῦ­σαν νά θε­ω­ρη­θοῦν ποι­­μα­ντι­κές καί ἀ­ντι­στρό­φως. Τά θέ­μα­τα ἐ­πι­κα­λύ­πτο­νται με­τα­ξύ τους.

Ἡ δεύ­τε­ρη, ὅ­τι με­ρι­κά θέ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α θί­γο­νται στίς Ἐ­γκυ­κλί­ους, ἀ­να­φέ­ρο­νται στίς συν­θῆ­κες τῆς ἐ­πο­χῆς πού ἐ­γρά­φη­σαν. Οἱ Ἐ­γκύ­κλι­οι ἄρ­χι­σαν νά γρά­φω­νται πρίν 35 χρό­νι­α. Αὐ­τό πρέ­πει νά λη­φθῆ σο­βα­ρά ὑ­π’ ὄ­ψη καί νά μή συ­γκρί­νω­νται μέ τά ὅ­σα συμ­βαί­νουν στήν ἐ­πο­χή μας. Γι­ά πα­ρά­δειγ­μα γί­νε­ται λό­γος γι­ά θέρ­μαν­ση τῶν Ἱ­ε­ρῶν Να­ῶν μέ ξυ­λό­σο­μπες, γι­ά ἐ­πί­στρω­ση τῶν Ἱ­ε­ρῶν Να­ῶν μέ τόν τρό­πο τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης, γι­ά τόν νι­πτή­ρα, τό τη­λέ­φω­νο κἄ. Ἀ­πό τίς Ἐ­γκυ­κλί­ους αὐ­τές πρέ­πει νά συ­γκρα­τή­σου­με τήν ἀ­γω­νί­α τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Μη­τρο­πο­λί­του καί τό «πνεῦ­μα» τῶν ὅ­σων γρά­φο­νται.

Ἡ τρί­τη δι­ευ­κρί­νι­ση εἶ­ναι ὅ­τι σέ με­ρι­κά λει­τουρ­γι­κά θέ­μα­τα ὑ­πάρ­χουν καί ἄλ­λες ἀ­πό­ψεις ἀ­πό ἐ­κεῖ­νες πού θί­γο­νται στίς Ἐ­γκυ­κλί­ους. Προ­φα­νῶς οἱ Ἐ­γκύ­κλι­οι δέν εἶ­ναι ἐ­πι­στη­μο­νι­κές με­λέ­τες. Ὁ Ἐ­πί­σκο­πος, πού ἔ­χει τήν εὐ­θύ­νη τῆς λει­τουρ­γι­κῆς τά­ξε­ως σέ μι­ά Ἐ­παρ­χί­α, ἐ­πι­λέ­γει μι­ά ἄ­πο­ψη, καί μά­λι­στα τήν ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης, καί μέ αὐ­τή κα­θο­δη­γεῖ λα­τρευ­τι­κῶς Κλη­ρι­κούς καί λα­ϊ­κούς. Ἑ­πο­μέ­νως καί στό θέ­μα αὐ­τό πρέ­πει νά δοῦ­με τό «πνεῦ­μα» τῆς Ἐ­γκυ­κλί­ου καί ὄ­χι τό­σο τήν ἐ­πι­λεγ­μέ­νη ἄ­πο­ψη τοῦ Μη­τρο­πο­λί­του.

Καί ἡ τέ­ταρ­τη δι­ευ­κρί­νι­ση εἶ­ναι ὅ­τι με­ρι­κές Ἐ­γκύ­κλι­οι μπο­ρεῖ νά φαί­νω­νται αὐ­στη­ρές, ἀλ­λά πρέ­πει νά τίς δοῦ­με μέ­σα στήν προ­ο­πτι­κή τῆς προ­σπά­θει­ας ἑ­νός Ἐ­πι­σκό­που γι­ά τήν δι­όρ­θω­ση τῶν κα­κῶς κει­μέ­νων. Ὁ ἀ­οί­δι­μος Μη­τρο­πο­λί­της ἀ­γα­ποῦ­σε τούς Ἱ­ε­ρεῖς καί τούς λα­ϊ­κούς, ἀλ­λά ἤ­θε­λε νά ὑ­πάρ­χη τά­ξη τό­σο κα­τά τήν λα­τρεί­α ὅ­σο καί κα­τά τήν δι­οί­κη­ση καί ἐ­πε­δί­ω­κε νά ἀ­νε­βά­ζη τό πνευ­μα­τι­κό ἐ­πί­πε­δο τοῦ ποι­μνί­ου του. Ἐ­πει­δή ἔ­βλε­πε ἄλ­λες ἀ­ντι­δε­ο­ντο­λο­γι­κές, κα­τά τήν ἄ­πο­ψή του, συ­μπε­ρι­φο­ρές δι­α­φό­ρων Μη­τρο­πο­λι­τῶν, γι’ αὐ­τό καί ὁ ἴ­δι­ος, σέ με­ρι­κά θέ­μα­τα, ἦ­ταν «ὑ­πέρ ἄ­γαν» αὐ­στη­ρός, ὡς πρός τά λε­γό­με­να «δι­και­ώ­μα­τα» τοῦ Ἐ­πι­σκό­που. Ὡ­στό­σο, ὅ­σο προ­χω­ροῦ­σαν τά χρό­νι­α, καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως πρός τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του, ἦ­ταν ἀρ­κε­τά ἐ­πι­ει­κής καί εἶ­χε δι­α­φο­ρε­τι­κές ἀ­πό­ψεις ἀ­πό ἐ­κεῖ­νες πού ἐ­ξέ­φρα­ζε στήν ἀρ­χή τῆς ποι­μα­ντι­κῆς του δι­α­κο­νί­ας.

Γε­νι­κά, τά προ­σό­ντα πού πα­ρα­τη­ροῦ­νται στίς Ἐ­γκυ­κλί­ους τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Ἱ­ε­ρά­ρχου εἶ­ναι ἡ γνώ­ση τῶν θε­μά­των, ἡ δι­οι­κη­τι­κή πεί­ρα, ἡ ποι­μα­ντι­κή εὐ­θύ­νη καί ἀ­γω­νί­α, ἡ ἁ­πλό­τη­τα καί κα­θα­ρό­τη­τα τῆς γρα­φῆς, ἡ πί­στη στόν Θε­ό καί ἡ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι θά λο­γο­δο­τή­ση ἐ­νώ­πι­ον τοῦ Θε­οῦ γι­ά τήν ποι­μα­ντι­κή του δι­α­κο­νί­α. Ὅ­λα αὐ­τά εἶ­ναι προ­σό­ντα ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ ἤ­θους καί φρο­νή­μα­τος.

3. Ὁ Συ­νο­δι­κός Ἱ­ε­ράρ­χης τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας

   

Ὁ κά­θε Ἐ­πί­σκο­πος εἶ­ναι ποι­μήν τῆς Το­πι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γι­ά τήν ὁ­ποί­α ἐ­ξε­λέ­γη, ἀλ­λά ταυ­το­χρό­νως εἶ­ναι ποι­μήν καί τῆς κα­θό­λου Ἐκ­κλη­σί­ας. Αὐ­τό φαί­νε­ται ἀ­πό τό ὅ­τι κα­λεῖ­ται νά πα­ρί­στα­ται στίς Συ­νό­δους τῆς Το­πι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί νά ἀ­ντι­­­με­τω­πί­ζη φλέ­γο­ντα θέ­μα­τα πού τήν ἀ­πα­σχο­λοῦν. Εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος, κα­τά τόν λδ΄ ἀ­πο­στο­λι­κό Κα­νό­να, νά ἀ­ντι­με­τω­πί­ζη μα­ζί μέ τόν «πρῶ­τον» κά­θε Ἐ­παρ­χί­ας τά λε­γό­με­να πε­ριτ­τά, ὅ­πως ἑρ­μη­νεύ­ει ὁ ἱ­ε­ρός Βαλ­σα­μών, καί τά ὁ­ποῖ­α ἀ­να­φέ­ρο­νται σέ ὁ­λό­κλη­ρη τήν Ἐ­παρ­χί­α καί ὑ­περ­βαί­νουν τήν δι­κή του ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή πε­ρι­φέ­ρει­α. Τά λε­γό­με­να «πε­ριτ­τά», κα­τά τόν Ζω­να­ρᾶ, εἶ­ναι «ζη­τή­σεις δογ­μα­τι­κάς, οἰ­κο­νο­μί­ας πε­ρί σφαλ­μά­των κοι­νῶν, κα­τα­στά­σεις ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, καί ὅ­σα τοι­αῦ­τα».

Ἔ­τσι καί ὁ ἀ­εί­μνη­στος Μη­τρο­πο­λί­της συμ­με­τεῖ­χε στά Συ­νο­δι­κά ὄρ­γα­να τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γι­ά τήν λύ­ση τῶν δι­α­φό­ρων προ­βλη­μά­των πού ἀ­να­φύ­ο­νταν κά­θε φο­ρά. Γι’ αὐ­τό θά ἤ­θε­λα στήν συ­νέ­χει­α νά πα­ρου­σι­ά­σω με­ρι­κά ση­μεῖ­α ἀ­πό αὐ­τήν τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή του δι­α­κο­νί­α. Καί τό ση­μεῖ­ο αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το, γι­α­τί στό βι­βλί­ο πού ἔ­γρα­ψα γι’ αὐ­τόν, καί προ­α­νέ­φε­ρα, τόν εἶ­δα μέ τά «μά­τι­α» τοῦ Πρε­σβυ­τέ­ρου-πνευ­μα­τι­κοῦ παι­δι­οῦ πρός ἕ­να Μη­τρο­πο­λί­τη. Τώ­ρα ὅ­μως, πού καί ἐ­γώ εἶ­μαι Μη­τρο­πο­λί­της, μέ τό ἄ­πει­ρο ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ καί γνω­ρί­ζω τόν τρό­πο μέ τόν ὁ­ποῖ­ο γί­νο­νται οἱ Συ­νε­δρι­ά­σεις τό­σο τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας ὅ­σο καί τῆς Δι­αρ­κοῦς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου, μπο­ρῶ νά δῶ τήν προ­σω­πι­κό­τη­τά του καί ἀ­πό τῆς πλευ­ρᾶς τοῦ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ως. Ἔ­τσι θά ἐ­κτι­μή­σω πε­ρισ­σό­τε­ρο τό με­γα­λεῖ­ο τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τός του.

Βε­βαί­ως δέν ἔ­χω ἀ­να­δι­φή­σει στά ἀρ­χεῖ­α τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου γι­ά νά ἐ­ντο­πί­σω τίς πα­ρεμ­βά­σεις του στήν Ἱ­ε­ραρ­χί­α καί τήν Δι­αρ­κῆ Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο, πράγ­μα πού θά τό ἐ­πι­δι­ώ­ξω μέ τήν πρώ­τη εὐ­και­ρί­α, γι­ά νά γί­νη μι­ά ἐ­κτε­νέ­στε­ρη με­λέ­τη καί γι­ά τό θέ­μα αὐ­τό. Ἀ­πό τό ἀρ­χεῖ­ο του, πού ἔ­χω στήν δι­ά­θε­σή μου, θά χρη­σι­μο­ποι­ή­σω με­ρι­κά στοι­χεῖ­α στά ὁ­ποῖ­α φαί­νε­ται ὁ τρό­πος μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἐ­νερ­γοῦ­σε ὡς Ἀρ­χι­ε­ρεύς καί μά­λι­στα ὡς Συ­νο­δι­κός Ἀρ­χι­ε­ρεύς.

Κα­τ’ ἀρ­χάς πρέ­πει νά το­νι­σθῆ, ὅ­πως εἶ­ναι γνω­στόν, ὅ­τι ὁ ἴ­δι­ος, πα­ρά τίς ἀρ­χι­κές ἐ­πι­φυ­λά­ξεις του καί ὕ­στε­ρα ἀ­πό συμ­βου­λή τοῦ ἀ­ει­μνή­στου κα­νο­νο­λό­γου καί καρ­δι­α­κοῦ ἀ­δελ­φοῦ του καί ἐ­πι­στη­θί­ου φί­λου του Ἀρ­χιμ. Ἐ­πι­φα­νί­ου Θε­ο­δω­ρο­πού­λου δέ­χθη­κε τήν ἐ­κλο­γή του ἀ­πό τήν Ἀ­ρι­στίν­δην Σύ­νο­δο τοῦ 1967 καί τήν το­πο­θέ­τη­σή του στήν Ἱ­ε­ρά Μη­τρό­πο­λη Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πί­ας, ἡ ὁ­ποί­α, ἦ­ταν χη­ρεύ­ου­σα πρίν τήν 21η Ἀπριλίου τοῦ 1967 καί, βε­βαί­ως, πρίν ἀ­νέλ­θη στόν Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κό Θρό­νο ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Ἱ­ε­ρώ­νυ­μος. Ὁ ἀ­εί­μνη­στος Μη­τρο­πο­λί­της Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πί­ας κυ­ρός Δι­ο­νύ­σι­ος εἶ­χε ἀ­πο­μα­κρυν­θῆ ἀ­πό τόν θρό­νο του μέ νό­μο πού ψή­φι­σε ἡ Κυ­βέρ­νη­ση Στε­φα­νό­που­λου, πρίν τήν 21η Ἀ­πρι­λί­ου 1967. Πα­ρά ταῦ­τα ὁ ἀ­εί­μνη­στος Καλ­λί­νι­κος στά Συ­νο­δι­κά Ὄρ­γα­να τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἐ­πέ­δει­ξε ἕ­να ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό φρό­νη­μα, καί αὐ­τό θά ἐ­ξε­τα­σθῆ στά ἑ­πό­με­να.

Ὡς Μη­τρο­πο­λί­της συμ­με­τεῖ­χε πά­ντο­τε στίς Συ­νε­δρι­ά­σεις τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, ὁ­σά­κις συ­νε­κα­λεῖ­το. Ὅ­μως, εἶ­χε τήν δι­κή του προ­σω­πι­κό­τη­τα καί τό δι­κό του ἦ­θος. Κα­τά τήν πε­ρί­ο­δο 1967-1974 δέν ἐ­πε­λέ­γη νά εἶ­ναι μέ­λος τῆς Δι­αρ­κοῦς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου, ἡ ὁ­ποί­α στήν οὐ­σί­α καί σέ ὅ­λες τίς φά­σεις της κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῆς ἑ­πτα­ε­τί­ας ἐπιλεγόταν καί διο­­ρι­ζό­ταν. Με­τά τήν πτώ­ση τοῦ τότε καθεστῶ­τος, τήν πα­ραί­τη­ση τοῦ Ἱ­ε­ρω­νύ­μου καί τήν ἄ­νο­δο στόν Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κό Θρό­νο τῶν Ἀ­θη­νῶν τοῦ ἀ­πό Ἰ­ω­αν­νί­νων Σε­ρα­φείμ, ἔ­γι­νε δύ­ο φο­ρές μέ­λος τῆς Δι­αρ­κοῦς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου, ἤ­τοι κα­τά τήν Συ­νο­δι­κή πε­ρί­ο­δο 1976-1977 καί τήν Συ­νο­δι­κή πε­ρί­ο­δο 1982-1983.

Γί­νε­ται φα­νε­ρό ὅ­τι ὁ ἀ­εί­μνη­στος Καλ­λί­νι­κος ἔ­ζη­σε ὡς Μη­τρο­πο­λί­της σέ με­γά­λες καί κρί­σι­μες στιγ­μές τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος. Πολ­λά γε­γο­νό­τα ἔ­γι­ναν τήν πε­ρί­ο­δο 1972-1974, ἤ­τοι ἡ με­γά­λη κρί­ση στίς σχέ­σεις με­τα­ξύ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος καί τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου, ἡ πα­ραί­τη­ση τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Ἱ­ε­ρω­νύ­μου ἀ­πό τόν Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κό θρό­νο τῶν Ἀ­θη­νῶν, ἡ ἐκλογή ὡς Ἀρχιεπισκόπου τοῦ ἀπό Ἰωαν­νί­νων Σεραφείμ, κα­θώς ἐ­πί­σης καί πολ­λά ἄλ­λα πού ἀ­κο­λού­θη­­σαν ἀ­πό τό 1974, ἤ­τοι οἱ ἐκ­θρο­νί­σεις με­ρι­κῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων πού ἐ­ξε­λέ­γη­σαν κα­τά τήν ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πεί­α τοῦ Ἱ­ε­ρω­νύ­μου καί οἱ προ­σπά­θει­ές τους νά ἐ­πα­νέλ­θουν με­τά τήν με­τα­πο­λί­τευ­ση. Κα­τά τήν πρώ­τη συ­νο­δι­κή πε­ρί­ο­δο ἤ­τοι τό ἔ­τος 1976-1977 ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρά πού ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῆς Δι­αρ­κοῦς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου ἦ­ταν ἀ­ντί­θε­τη μέ τίς ἐ­πι­λο­γές τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Σε­ρα­φείμ. Ἔ­γι­ναν πολ­λά γε­γο­νό­τα τά ὁ­ποῖ­α ἐ­δῶ δέν θά ἤ­θε­λα νά πα­ρα­θέ­σω, γι­α­τί ὁ σκο­πός μου, ὅ­πως προ­α­νέ­φε­ρα, εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κός, ἀ­φοῦ θά ἤ­θε­λα νά με­τα­φέ­ρω τό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό φρό­νη­μα καί τό ἦ­θος τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Μη­τρο­πο­λί­του.

Ἑ­πο­μέ­νως, στά ἑ­πό­με­να θά κα­τα­θέ­σω ὄ­χι τό τί ἔ­λε­γε στήν Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο καί τί ἔ­πρατ­τε, ἀλ­λά κυ­ρί­ως τό πῶς ἀ­ντι­με­τώ­πι­ζε τίς κα­τα­στά­σεις, καί τά προ­βλή­μα­τα πού ἀ­να­φύ­ο­νταν.

Στό βι­βλί­ο «Κό­σμη­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας» κα­τα­γρά­φω με­ρι­κά πε­ρι­στα­τι­κά στά ὁ­ποῖ­α φαί­νε­ται πῶς ἀ­ντι­με­τώ­πι­ζε τά ἐκ­κλη­σια­στι­κά γε­γο­νό­τα τῶν ἡ­με­ρῶν ἐ­κεί­νων. Γι­ά τά γε­γο­νό­τα στήν Κε­φαλ­λο­νι­ά, κα­τά τά ὁ­ποῖ­α ἐ­ξε­γέρ­θη­σαν οἱ ἄρχοντες καί ὁ λαός ἐ­να­ντί­ον τοῦ Μη­τρο­πο­λί­του Προκοπίου καί ἔ­γι­ναν πολ­λά συ­ντα­ρα­κτι­κά γε­γο­νό­τα, σέ ἐ­πι­στο­λή του στόν τό­τε Μη­τρο­πο­λί­τη Κε­φαλ­λη­νί­ας Προ­κό­πι­ο εἶ­ναι ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κό­τα­τος, ἄν καί ἐ­κεῖ­νος εἶχε ψηφίσει γι­ά τήν ἐκ­θρό­νι­ση τοῦ ἀ­δελ­φοῦ του, Μητρο­πο­λίτου Διδυμοτείχου Κωνσταντίνου. Τόν ἀ­πο­κα­λεῖ «πο­νε­μέ­νο ἀ­δελ­φό». Αἰ­σθά­νε­ται ἔκ­πλη­ξη: «φο­βε­ρόν νά δι­κά­ζε­ται ὁ Ἀρ­χι­ε­ρεύς ὑ­πό τοῦ ὄ­χλου!», ἀ­φοῦ ὑ­πάρ­χουν οἱ ἱ­ε­ροί Κα­νό­νες καί οἱ νό­μοι. Ἐκ­φρά­ζει τήν λύ­πη του: «Ἐ­λυ­πή­θην δι­ά τήν πε­ρι­πέ­τει­άν σας. Ἐ­λυ­πή­θην δι­ά τό κα­τά­ντη­μα Ἱ­ε­ρω­μέ­νων νά στρα­φοῦν κα­τά τοῦ Ἐ­πι­σκό­που των. Δέν ἀ­ντε­λή­φθη­σαν τό φο­βε­ρώ­τα­τον πα­ρά­πτω­μα τῆς ἀ­πο­κο­πῆς ἀ­πό τόν οἰ­κεῖ­ον Ἐ­πί­σκο­πον». Γρά­φει ὅ­τι τά ὅ­σα ἔ­γι­ναν στήν Κε­φαλ­λο­νι­ά δέν ἀ­φο­ροῦν μό­νον τήν ἐ­κεῖ Το­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λά ὁ­λό­κλη­ρη τήν Ἐκ­κλη­σί­α. «Εἶ­ναι ὑ­πό­θε­σις τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος καί τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας γε­νι­κώ­τε­ρον ἐ­άν θέ­λε­τε. Ἐ­άν δέν λη­φθοῦν μέ­τρα δρα­στή­ρι­α, ἡ­μεῖς μέν, οἱ σύγ­χρο­νοι Ἀρ­χι­ε­ρεῖς, θά λυ­πη­θῶ­μεν, οἱ δι­ά­δο­χοί μας ὅ­μως θά θρη­νοῦν καί θά ὀ­δύ­ρω­νται». Τά ἴ­δι­α ἔ­γρα­φε καί στόν Μη­τρο­πο­λί­τη Τρι­φυλ­λί­ας καί Ὀ­λυ­μπί­ας Στέ­φα­νο πού δι­ε­κτρα­γω­δοῦ­σε τά γε­γο­νό­τα αὐ­τά μέ ἀ­να­φο­ρά του πρός τήν Σύ­νο­δο. «Ὀρ­θῶς το­πο­θε­τεῖ­τε τά πράγ­μα­τα. Ἐ­άν δέν ἀ­ντι­με­τω­πι­σθῇ ἡ κα­τά­στα­σις μέ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα καί κα­τά τούς Κα­νό­νας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, θά κλαύ­σω­μεν καί θά θρη­νή­σω­μεν, ἰ­δι­αι­τέ­ρως μά­λι­στα ὡς Ἐ­πί­σκο­ποι».

Ἦ­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ὅ­ταν ἐ­ξε­λέ­γη κά­ποι­ος Ἀρ­χι­ε­ρεύς πού τι­μοῦ­σε τήν Μη­τρό­πο­λη καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Καί σέ ἐ­πι­στο­λή πού τοῦ ἀ­πέ­στει­λε ἔ­γρα­φε: «Θέ­λω καί εὔ­χο­μαι καί τό πι­στεύ­ω, ὅ­τι θά εἶ­σθε μάρ­τυς ὑ­πε­ρα­σπί­σε­ως πά­ντων τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι μέ πολ­λήν ἀ­γά­πην καί βα­θεί­αν ἐ­κτί­μη­σιν σᾶς ἐ­ψή­φι­σαν ὡς Ἀρ­χι­ε­ρέ­α» καί φυ­σι­κά ἐν­νο­οῦ­σε καί τόν ἴ­δι­ο.

Ἕ­νας Ἀρ­χι­ε­ρεύς τοῦ ἀ­πέ­στει­λε ἐ­πι­στο­λή καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τόν ψη­φί­ση γι­ά νά με­τα­τε­θῆ σέ ἄλ­λη με­γά­λη Ἱ­ε­ρά Μη­τρό­πο­λη. Ὁ ἀ­εί­μνη­στος Καλ­λί­νι­κος τοῦ ἀ­πά­ντη­σε μέ εὐ­γέ­νει­α καί δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα καί, ἀ­φοῦ ἐ­ξέ­φρα­ζε τήν τι­μή πού τοῦ ἐ­κμυ­στη­ρεύ­θη­κε αὐ­τήν τήν ἐ­πι­θυ­μί­α του, ὕ­στε­ρα τοῦ ἔ­γρα­φε:
«Τό θέ­μα σας μέ ἀ­πη­σχό­λη­σε καί ἀ­πα­σχο­λεῖ. Προ­σκρού­ει εἰς τήν θέ­σιν, τήν ὁ­ποί­αν ἔ­χω λά­βει κα­τά τοῦ με­τα­θε­τοῦ. Δέν κα­τη­γο­ρῶ τούς Ἀ­δελ­φούς, τούς ἐ­πι­θυ­μοῦ­ντας με­τά­θε­σιν. Ἐ­φ’ ὅ­σον ὅ­μως ἐ­τά­χθην κα­τά τοῦ με­τα­θε­τοῦ καί μά­λι­στα ἐ­δή­λω­σα τοῦ­το συ­νε­δρι­α­ζού­σης τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου καί ἐ­γρά­φη εἰς τά πρα­κτι­κά ἡ γνώ­μη μου, δέν δύ­να­μαι νά προ­τεί­νω τήν πλή­ρω­σιν τῆς γνω­στῆς θέ­σε­ως δι­ά με­τα­θέ­σε­ως.
Ὀ­φεί­λω νά μή δη­μι­ουρ­γή­σω ψευ­δαί­σθη­σιν εἰς τόν Ἀ­δελ­φόν, πο­λύ δέ πε­ρισ­σό­τε­ρον νά δώ­σω ὑ­πό­σχε­σιν μέ τήν βε­βαι­ό­τη­τα ἀ­θε­τή­σε­ως.
Ἀ­δελ­φέ μου, ζη­τῶ συγ­γνώ­μην, δι­ό­τι πρώ­την φο­ράν μοῦ ἐ­ζη­τή­σα­τε τήν συ­μπα­ρά­στα­σίν μου καί δέν δύ­να­μαι νά «ἱ­κα­νο­ποι­ή­σω τήν ἐ­πι­θυ­μί­αν σας».

Στήν ἐ­πι­στο­λή αὐ­τή φαί­νε­ται ἡ θέ­ση πού ἔ­λα­βε κα­τά τήν διάρ­κει­α τῆς Συ­νε­δρι­ά­σε­ως τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας κα­τά τοῦ «με­τα­θε­τοῦ» τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, ἀλ­λά ταυ­το­χρό­νως ἐκ­φρά­ζει τήν ἄ­πο­ψη ὅ­τι δέν κα­τη­γο­ρεῖ κα­νέ­ναν Ἱ­ε­ράρ­χη πού ἐ­πι­θυ­μεῖ τήν με­τά­θε­σή του. Ἁ­πλῶς δι­α­τυ­πώ­νει τήν ἄ­πο­ψή του καί ξε­κα­θα­ρί­ζει τήν θέ­ση του, ὥ­στε νά μή δη­μι­ουρ­γή­ση ψευ­δαί­σθη­ση στόν ἀ­δελ­φό ὅ­τι ἐν­δέ­χε­ται νά τόν ψη­φί­ση. Αὐ­τή ἡ το­πο­θέ­τη­σή του εἶ­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κή, ἄν τήν συ­γκρί­νη κα­νείς μέ τίς πολ­λές ὑ­πο­σχέ­σεις πού δί­νο­νται ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς ἐν γνώ­σει τους ὅ­τι δέν πρό­κει­ται νά τη­ρη­θοῦν.
Ὅ­ταν ἦ­ταν Συ­νο­δι­κός Ἀρ­χι­ε­ρεύς μοῦ ἀ­πέ­στει­λε, μέ κά­ποι­α ἄλ­λη ἀ­φορ­μή, ἐ­πι­στο­λή μέ­σα στήν ὁ­ποί­α βλέ­που­με τήν ἀ­γω­νί­α του γι­ά τά ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά πράγ­μα­τα καί τόν τρό­πο μέ τόν ὁ­ποῖ­ο τά ἀ­ντι­με­τώ­πι­ζε. Ἔ­γρα­φε στήν ἐ­πι­στο­λή του με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων:
«Πολ­λές φο­ρές σέ σκέ­πτο­μαι καί φέ­ρω εἰς τήν θέ­σιν μου τόν Πο­λυ­σέ­βα­στον ΙΕΡΟΘΕΟΝ (τόν Μη­τρο­πο­λί­τη Αἰ­τω­λο­α­καρ­να­νί­ας), καί εἰς τήν θέ­σιν σου τόν ἑ­αυ­τόν μου. Νέ­α ἀ­κρι­βῆ νά μά­θῃς δέν μπο­ρεῖς, δι­ό­τι εἰς τάς Ἐ­φη­με­ρί­δας δέν γρά­φε­ται ἡ ἀ­λή­θει­α. Μέ ἀ­να­κου­φί­ζει ἡ ἑ­νό­της καί ἡ πε­ποί­θη­σις ὅ­τι θά λα­λή­σῃ ὁ Οὐ­ρα­νός! Ὅ­ταν λα­λῇ ὁ Οὐ­ρα­νός τρέ­μει ἡ γῆ. Ἕν πρᾶγ­μα ἀρ­χί­ζω ἐκ τῶν πραγ­μά­των νά βλέ­πω: Δυ­στυ­χῶς ζη­τοῦ­μεν λύ­σιν τῶν προ­βλη­μά­των μας ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους καί λη­σμο­νοῦ­μεν ὅ­τι μό­νον ὁ Θε­ός μᾶς ἀ­γα­πᾶ καί μᾶς προ­στα­τεύ­ει. «Οὐκ ἔ­στιν ἐν ἄλ­λῳ οὐ­δε­νί ἡ σω­τη­ρί­α». Αὐ­τόν τόν Χρι­στόν ἄς ἀ­γα­πή­σω­μεν καί τά ἄλ­λα τά κα­νο­νί­ζει Ἐ­κεῖ­νος...
Σέ πα­ρα­κα­λῶ, γο­νά­τι­σε καί πα­ρε­κά­λε­σε τόν Ἱ­δρυ­τήν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας νά βο­η­θή­σῃ τόν Ἐ­πί­σκο­πόν σου καί τήν Ἐκ­κλη­σί­αν Του».

Στήν ἐ­πι­στο­λή αὐ­τή φαί­νε­ται κα­θα­ρά τό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό του φρό­νη­μα, ὁ τρό­πος μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἐ­νερ­γοῦ­σε ὡς Συ­νο­δι­κός Ἀρ­χι­ε­ρεύς, ἀλ­λά καί ὁ τρό­πος μέ τόν ὁ­ποῖ­ο κα­θο­δη­γοῦ­σε τούς Κλη­ρι­κούς του.

Κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῆς Συ­νο­δι­κῆς του θη­τεί­ας 1976-1977 κα­ταρ­τι­ζό­ταν ὁ νέ­ος Κα­τα­στα­τι­κός Χάρ­της τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος. Εἶ­χε συ­γκρο­τη­θῆ μί­α Ἐ­πι­τρο­πή προ­κει­μέ­νου νά κα­ταρ­τί­ση τό Νο­μο­σχέ­δι­ο καί νά ἀ­πο­στα­λῆ στήν Βου­λή πρός ψή­φι­ση ὡς Κώ­δι­κα. Ἀ­κού­γο­νταν τό­τε πολ­λά, καί κυ­ρί­ως ὅ­τι προ­βλε­πό­ταν ὁ πε­ρι­ο­ρι­σμός τῶν δι­και­ω­μά­των τῆς Δι­αρ­κοῦς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου. Τό­τε ἀ­πέ­στει­λε τη­λε­γρά­φη­μα στόν τό­τε Πρω­θυ­πουρ­γό Κων­στα­ντῖ­νο Κα­ρα­μαν­λῆ καί τόν Ὑ­πουρ­γό Παι­δεί­ας Γεώρ­γι­ο Ράλ­λη μέ τό ἀ­κό­λου­θο πε­ρι­ε­χό­με­νο:
«Ἐ­πλη­ρο­φο­ρή­θην ὅ­τι κα­τα­τί­θε­ται Νο­μο­σχέ­δι­ον πε­ρι­ο­ρι­σμοῦ νο­μι­κῶν καί κα­νο­νι­κῶν δι­και­ω­μά­των Δι­αρ­κοῦς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου ἧς τυγ­χά­νω μέ­λος ἀ­πό 1η Ὀ­κτω­βρί­ου καί ὅ­τι κρα­τεῖ σκέ­ψις ψη­φί­σε­ως ὡς Κώ­δι­κος ὑ­πό Βου­λῆς Κα­τα­στα­τι­κοῦ Χάρ­του Ἐκ­κλη­σί­ας Ἑλ­λά­δος συ­ντα­χθέ­ντος ὑ­πό ὀ­λι­γο­με­λοῦς Ἐ­πι­τρο­πῆς. Ἐ­άν ἀ­λη­θεύ­θουν αἱ πλη­ρο­φο­ρί­αι φρο­νῶ ὅ­τι δέν δι­και­ο­λο­γεῖ­ται νά στε­ρη­θῇ ἡ νέ­α Δι­αρ­κής Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δος δι­και­ω­μά­των ὧν δέν ἐ­στε­ρή­θη­σαν αἱ ἀ­πό τῆς με­τα­πο­λι­τεύ­σε­ως τοι­αῦ­ται. Ψή­φι­σις Κα­τα­στα­τι­κοῦ Χάρ­του του­τέ­στι Συ­ντάγ­μα­τος Ἐκ­κλη­σί­ας ἄ­νευ γνώ­μης Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου Ἱ­ε­ραρ­χί­ας Ἀ­νω­τά­της Ἐκ­κλη­σια­στι­κῆς Ἀρ­χῆς καί ἄ­νευ γνώ­σε­ως τῶν Ἐκ­προ­σώ­πων Ἔ­θνους δέν συ­νᾴ­δει πρός τό πνεῦ­μα τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας, δί­δει λα­βήν δυ­σμε­νῶν σχο­λί­ων, δη­μι­ουρ­γεῖ Νό­μον μή ἀ­ντέ­χο­ντα εἰς τό φῶς τοῦ ἐ­λέγ­χου, πε­ρι­πλέ­κει Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κόν Θέ­μα καί ἐ­γκυ­μο­νεῖ κιν­δύ­νους καί μά­λι­στα δι­ά­στα­σιν Δι­οι­κού­σης Ἐκ­κλη­σί­ας καί Θρη­σκεύ­ο­ντος Ἑλ­λη­νι­κοῦ Λα­οῦ. Κα­θη­κό­ντως κα­θι­στῶ γνω­στάς τάς ἀ­νω­τέ­ρω σκέ­ψεις μου καί πα­ρα­κα­λῶ προ­λά­βα­τε πε­ρι­πλο­κάς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ ζη­τή­μα­τος».

Φαί­νε­ται ἐ­δῶ ὅ­τι δί­νει με­γά­λη ση­μα­σί­α στίς ἀ­πο­φά­σεις τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­φαί­νε­ται γι­ά ὅ­λα τά θέ­μα­τα πού ἀ­πα­σχο­λοῦν τήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος.

Πέ­ρα ὅ­μως ἀ­πό αὐ­τά θά ἤ­θε­λα νά ἐ­ντο­πί­σω με­ρι­κά στοι­χεῖ­α πού θε­ω­ρῶ ση­μα­ντι­κά καί συν­δέ­ο­νται μέ τό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό φρό­νη­μα καί ἦ­θος πού ὁ ἀ­εί­μνη­στος δι­έ­θε­τε, τά ὁ­ποῖ­α εἴ­δα­με προ­η­γου­μέ­νως.

Ὁ ἀ­εί­μνη­στος Καλλίνικος ἦ­ταν ἄν­θρω­πος προ­σευ­χῆς καί λει­τουρ­γι­κοῦ ἤ­θους. Ἡ θεί­α Λει­τουρ­γί­α ἦ­ταν ἡ ζω­ή του, ἀλ­λά καί ἡ ὅ­λη ἀ­να­στρο­φή του ἦ­ταν ἀ­παύ­γα­σμα τῆς θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας. Τό συ­νο­δι­κό σύ­στη­μα τό θε­ω­ροῦ­σε ὡς ἀ­πό­το­κο τοῦ τρό­που τε­λέ­σε­ως τῆς θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας. Γι’ αὐ­τό καί ὅ­ταν πή­γαι­νε γι­ά νά συμ­με­τά­σχη στίς Συ­νε­δρι­ά­σεις τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου, οὐ­σι­α­στι­κά πή­γαι­νε ὡ­σάν νά ἐκ­κλη­σι­α­σθῆ καί νά λει­τουρ­γή­ση. Καί κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῶν Συν­εδρι­ά­σε­ων, ὅ­πως πολ­λές φο­ρές μοῦ ἔ­λε­γε, προ­σευ­χό­ταν καί εἶ­χε ἔ­ντο­να μνή­μη θα­νά­του. Μι­ά τέ­τοι­α προ­σευ­χη­τι­κή δι­ά­θε­ση τόν ἔ­κα­νε νά εἶ­ναι προ­σε­κτι­κός, σύν­νους, καί νά ἀ­ντι­με­τω­πί­ζη τά θέ­μα­τα μέ σύν­νοι­α καί προ­σο­χή.

Ἐ­πει­δή τό κέ­ντρο τῆς ζω­ῆς του ἦ­ταν ὁ Θε­ός καί ἡ μέλ­λου­σα κρί­ση, γι’ αὐ­τό καί πί­στευ­ε ἀ­κρα­δά­ντως ὅ­τι σέ ὅ­λες τίς ἐ­νέρ­γει­ές μας θά λει­τουρ­γή­σουν οἱ λε­γό­με­νοι πνευ­μα­τι­κοί νό­μοι. Ἔ­χω συ­γκε­κρι­μέ­να πα­ρα­δείγ­μα­τα καί ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, πού δέν θά ἤ­θε­λα νά ἀ­να­φέ­ρω αὐ­τήν τήν στιγ­μή, πού ἦ­ταν πο­λύ συ­ντα­ρα­κτι­κά γι­ά τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη, καί γι­ά τίς ὁ­ποῖ­ες μοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι αὐ­τό φαί­νε­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἄ­δι­κο φαι­νο­με­νι­κά, ἀλ­λά ἐ­δῶ λει­τουρ­γοῦν οἱ πνευ­μα­τι­κοί νό­μοι, γι­ά τήν ὠ­φέ­λει­α τοῦ συ­γκε­κρι­μέ­νου ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ ἡ­γέ­του. Καί ἄλ­λες φο­ρές μοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι καί στό μέλ­λον θά δῆς, ὡς νε­ώ­τε­ρος πού εἶ­σαι, νά λει­τουρ­γοῦν οἱ πνευ­μα­τι­κοί νό­μοι. Ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό τόν ἔ­κα­νε νά εἶ­ναι προ­σε­κτι­κός στίς ἀ­πο­φά­σεις του, καί κυ­ρί­ως στίς ψη­φο­φο­ρί­ες πού γί­νο­νταν στήν Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο. Δέν ἔ­βλε­πε τό προ­σω­πι­κό του συμ­φέ­ρον, ἀλ­λά κυ­ρί­ως τό νά μήν ἀ­δι­κή­ση τούς ἀν­θρώ­πους καί νά μή γί­νη αὐ­τό αἰ­τί­α νά λει­τουρ­γή­σουν ἀ­να­πο­φεύ­κτως καί ἀ­δη­ρί­τως οἱ πνευ­μα­τι­κοί νό­μοι.

Στήν συ­νέ­χει­α κα­τά τρό­πο ἀρ­νη­τι­κό θά κα­τα­γρά­ψω τί δέν ἦ­ταν ὁ ἀ­εί­μνη­στος Μη­τρο­πο­λί­της, πού τόν κα­θι­στοῦ­σε ὀρ­θό­δο­ξο Ἱ­ε­ράρ­χη μέ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό φρό­νη­μα καί τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κό ἀ­πό τήν συ­νή­θη πρα­κτι­κή, ὅ­πως τό πα­ρα­τη­ρῶ κα­θη­με­ρι­νῶς μέ­σα στίς Συ­νε­δρι­ά­σεις τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου καί ὅ­πως, δυ­στυ­χῶς, δη­μο­σι­ο­ποι­οῦ­νται καί προ­κα­λοῦν σκαν­δα­λι­σμό τῶν πι­στῶν.

Ὁ ἀ­εί­μνη­στος δέν ἀ­νῆ­κε σέ συ­γκε­κρι­μέ­νες ὁ­μά­δες Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, πού ἀ­να­λαμ­βά­νουν νά προ­ω­θή­σουν δι­ά­φο­ρα σχέ­δι­α γι­ά νά ἐ­πι­κρα­τή­σουν μέ­σα στήν Ἱ­ε­ραρ­χί­α. Ὄ­χι μό­νον δέν συ­γκρο­τοῦ­σε κά­ποι­α ὁ­μά­δα Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, ἀλ­λά καί δέν ἐ­νέ­τασ­σε τόν ἑ­αυ­τό του σέ κά­ποι­α ἀ­πό αὐ­τές, πού εἶ­ναι φυ­σι­κό νά ὑ­πάρ­χουν. Με­γά­λη ἀ­δελ­φι­κή ἐ­πι­κοι­νω­νί­α εἶ­χε μέ τόν ἀ­εί­μνη­στο Μη­τρο­πολί­τη Δρυ­ϊ­νου­πό­λε­ως, Πω­γω­νι­α­νῆς καί Κο­νί­τσης κυ­ρό Σε­βαστι­α­νό, μι­ά με­γά­λη μορ­φή στήν σύγ­χρο­νη Ἱ­ε­ραρ­χί­α τῆς Ἐκ­­κλησίας, πού καί ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε φό­βο Θε­οῦ καί σύν­νοι­α. Ἐ­πί­σης ἐ­πι­κοι­νω­νί­α εἶ­χε μέ τόν Μη­τρο­πο­λί­τη πρ. Ὕ­δρας κ. Ἱ­ε­ρό­θε­ο καί τόν ἀ­εί­μνη­στο Μη­τρο­πο­λί­τη Κερ­κύ­ρας κυ­ρό Πο­λύ­καρ­πο.

Ὁ ἀ­εί­μνη­στος Καλ­λί­νι­κος δέν ἔ­κα­νε ἀ­ντι­πο­λί­τευ­ση στόν ἑ­κά­στο­τε Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο. Ὅ­ταν δέν συμ­φω­νοῦ­σε καί μέ τόν ἀ­εί­μνη­στο Ἱ­ε­ρώ­νυ­μο καί μέ τόν ἀ­εί­μνη­στο Σε­ρα­φείμ ἔ­λε­γε τήν ἄ­πο­ψή του, χω­ρίς νά τούς ἀ­ντι­πο­λι­τεύ­ε­ται. Καί αὐ­τό φαί­νε­ται ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅ­τι ψή­φι­ζε τίς προ­τά­σεις τους, ἀ­κό­μη καί γι­ά τούς προ­τει­νο­μέ­νους πρός ἀρ­χι­ε­ρα­τεί­α, ὅ­ταν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι τό προ­τει­νό­με­νο πρό­σω­πο εἶ­ναι κα­λό. Τό λέ­γω αὐ­τό, γι­α­τί με­ρι­κοί, ἐ­πει­δή δέν συμ­φω­νοῦν μέ τό ἰ­σχύ­ον σύ­στη­μα ἐ­κλο­γῆς Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, ἀφοῦ ὁ ὑποψήφιος προτείνεται ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο,  δέν ψη­φί­ζουν τόν προ­τα­θέ­ντα ἤ ρί­πτουν λευ­κό ψη­φο­δέλ­τι­ο ἤ δέν συμ­με­τέ­χουν στίς δι­α­δι­κα­σί­ες. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ἐ­ξέ­τα­ζε τό συγ­κε­κρι­μέ­νο πρό­σω­πο καί τό ψή­φι­ζε, ἔ­στω κι ἄν εἶ­χε κα­λύ­τε­ρο πρό­σω­πο νά προ­τεί­νη ὁ ἴ­δι­ος ἤ ἔ­στω κι ἄν ἦ­ταν στε­νο­χω­ρη­μέ­νος πού δέν τόν ρω­τοῦ­σε ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος.

Ὁ ἀ­εί­μνη­στος Καλ­λί­νι­κος δέν εἶ­χε δι­α­συν­δέ­σεις μέ δη­μο­σιο­γρά­φους γι­ά νά προ­βάλ­λη τόν ἑ­αυ­τό του ἤ νά δί­νη πλη­ρο­φο­ρί­ες. Καί ὄ­χι μό­νον αὐ­τό, ἀλ­λά ἀ­πέ­φευ­γε καί τήν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μα­ζί τους, ἀ­κό­μη καί στό ἐ­πί­πε­δο τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως. Καί αὐ­τό εἶ­ναι ση­μα­ντι­κό, γι­α­τί πολ­λοί, ἀ­κό­μη καί Κλη­ρι­κοί, ὡς κύ­ρι­ο μέ­λη­μά τους ἔ­χουν τό πῶς θά δι­α­τη­ροῦν δι­α­συν­δέ­σεις μέ πα­ρά­γο­ντες τῶν Μέ­σων Μα­ζι­κῆς Ἐ­νη­μέ­ρω­σης, προ­κει­μέ­νου νά προ­ω­­θή­σουν προ­σω­πι­κές ἐ­πι­δι­ώ­ξεις ἤ νά ἔ­χουν τά νῶ­τα τους κα­λυμ­μέ­να ἤ νά δι­α­σύ­ρουν κά­ποι­ους ἄλ­λους ἀ­δελ­φούς.

Ὁ ἀ­εί­μνη­στος Καλ­λί­νι­κος, ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­φε στήν Ἔ­δεσ­σα ἀ­πό τίς Συ­νε­δρι­ά­σεις, τό­σο ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ραρ­χί­α ὅ­σο καί ἀ­πό τήν Διαρ­κῆ Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο, δέν σχο­λί­α­ζε τά ὅ­σα συ­νέ­βαι­ναν ἐ­κεῖ, δέν μᾶς ἐ­νη­μέ­ρω­νε γι­ά τά ὅ­σα γί­νο­νταν καί λέ­γο­νταν στίς Συ­νε­δρι­ά­σεις. Πολ­λές φο­ρές, ὅ­ταν μα­θαί­να­με ἀ­πό τίς ἐ­φη­με­ρί­δες δι­ά­φο­ρες ἐ­κρη­κτι­κές κα­τα­στά­σεις καί δι­α­πλη­κτι­σμούς ἀ­πό Συ­νε­δρι­ά­σεις τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου καί τόν ρω­τού­σα­με σχε­τι­κά, ἐ­κεῖ­νος ἀ­πέ­φευ­γε νά τά σχο­λι­ά­ση ἤ νά τά ἐ­πα­να­λά­βη, πά­ντο­τε δέ εὕ­ρι­σκε τρό­πο νά δι­ορ­θώ­νη με­ρι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες. Καί αὐ­τό τό ἔ­κα­νε γι­α­τί δέν ἤ­θε­λε νά μᾶς σκαν­δα­λί­ση οὔ­τε νά ἐκ­θέ­ση δι­α­φό­ρους ἀ­δελ­φούς του. Ἤ­θε­λε νά ἔ­χου­με πο­λύ ψη­λά τήν εἰ­κό­να τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τῶν Συ­νε­δρι­ά­σε­ων τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου. Ἦ­ταν ἀ­πο­τρο­πι­α­στι­κό σέ αὐ­τόν ἡ νο­ο­τρο­πί­α πού νε­α­ροί Κλη­ρι­κοί «κου­τσο­μπο­λεύ­ουν» δι­ά­φο­ρα ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά πρό­σω­πα καί γε­γο­νό­τα, ἔ­χουν γνω­ρι­μί­ες μέ Ἀρ­χι­ε­ρεῖς καί με­τα­φέ­ρουν τῇδε κἀ­κεῖ­σε δι­ά­φο­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες, ἀ­σχο­λού­με­νοι μέ τά λε­γό­με­να «πο­λι­τι­κά» τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἤ­θε­λε οἱ Κλη­ρι­κοί καί μά­λι­στα οἱ ἄ­γα­μοι νε­α­ροί Κλη­ρι­κοί νά ἀ­σχο­λοῦ­νται μέ τά πνευ­μα­τι­κά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τό κή­ρυγ­μα, τήν ποι­μα­ντι­κή κα­θο­δή­γη­ση καί νά ἔ­χουν ὑ­γι­ές ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό φρό­νη­μα, ἀ­πηλ­λαγ­μέ­νο ἀ­πό τήν νο­ο­τρο­πί­α τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου. Καί τό ἔ­κα­νε αὐ­τό γι­α­τί γνώ­ρι­ζε ὅ­τι Κλη­ρι­κοί, πού ἔ­χουν μι­ά τέ­τοι­α συ­μπε­ρι­φο­ρά, δέν ἔ­χουν κα­λή ἐ­ξέ­λι­ξη μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Καί αὐ­τό τό ἐ­ντό­πι­ζε καί ἀ­πό τήν πλευ­ρά τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, καί ὑ­πο­στή­ρι­ζε τήν ἄ­πο­ψη ὅ­τι γι­ά τήν κα­τά­στα­ση πού ὑ­πάρ­χει στήν Ἐκ­κλη­σί­α σέ με­γά­λο βαθ­μό εὐ­θύ­νο­νται οἱ Γέ­ρο­ντές τους πού τούς με­τέ­δω­σαν αὐ­τό τό ἀ­ντι­εκ­κλη­σι­α­στι­κό φρό­νη­μα καί ἦ­θος. Ἔ­λε­γε συ­χνά ὅ­τι ἔ­χουν με­γά­λη εὐ­θύ­νη οἱ Ἀρ­χι­ε­ρεῖς, γι­α­τί μέ τόν τρό­πο πού παι­δα­γω­γοῦν τά πνευ­μα­τι­κά τους παι­δι­ά, τούς Κλη­ρι­κούς τους, κα­τα­σκευ­ά­ζουν τό κλί­μα τῆς αὐ­ρι­α­νῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας, ἀ­φοῦ δι­α­μορ­φώ­νουν Ἱ­ε­ράρ­χες κα­τ’ εἰ­κό­να καί κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σή τους.


Ἐπίλογος

   

Ἄρ­χι­σα τήν εἰ­σή­γη­σή μου ἀ­να­φέ­ρο­ντας τήν ἀρ­χή τοῦ κει­μέ­νου πού ἔ­γρα­ψε ἕ­να ἔ­τος με­τά τήν κοί­μη­σή του ἡ κ. Βά­σω Με­λι­κί­δου στήν ἐ­φη­με­ρί­δα «Ἐ­δεσ­σα­ϊ­κή». Τώ­ρα τε­λει­ώ­νο­ντας θά ἤ­θε­λα νά κα­τα­κλεί­σω τόν λό­γο μέ τό τέ­λος τοῦ ἐ­μπει­ρι­κοῦ καί αὐ­θόρ­μη­του καί γνή­σι­ου αὐ­τοῦ κει­μέ­νου.Ἔ­γρα­φε:
«Ἡ πό­λη, σχέ­ση ὀρ­γα­νι­κή. Ὁ κά­μπος πού ὅ­ρι­ζε τό βλέμ­μα σου. Τό ἀρ­χο­ντι­κό σου, ὅ­ρι­ο τοῦ νό­στου μας.
Στοι­χεῖ­α τῆς ζω­ῆς μας ὁ ἑ­σπε­ρι­νός τοῦ Σαβ­βά­του, οἱ ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κές λει­τουρ­γί­ες πρά­ξεις ποι­η­τι­κές. Μέ τό χρυ­σο­κί­τρι­νο ἄμ­φι­ο στό ἱ­ε­ρό τῆς Ἁ­γί­ας Σκέ­πης, δι­ά­φα­νος τήν στιγ­μή πού ἔ­γνοι­ά του πύ­κνω­νε στήν προ­σευ­χή γι­ά τήν ἄ­μπε­λο: «...ἐ­πί­βλε­ψον ... καί ἴ­δε... καί ἐ­πί­σκε­ψαι τήν ἄ­μπε­λον ταύ­την... ». Ὑ­πάρ­χουν πράγ­μα­τα πού δέν ἀ­να­κα­λοῦ­νται πο­τέ. Γι­ά τή μνή­μη μας χῶ­ροι ἐ­φ’ ἅ­παξ ση­μα­δε­μέ­νοι.
Ἤ­ρε­μη, πα­μπά­λαι­η θλί­ψη στά στε­νά τῆς Ἁ­γί­ας Κυ­ρι­α­κῆς, τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου, τῆς Κοι­μή­σε­ως.
Ἡ ἀ­που­σί­α ἑ­νός ἀν­θρώ­που πού ἀ­γά­πη­σε μυ­στι­κά καί ἔ­ζη­σε βα­θι­ά τήν πό­λη εἶ­ναι ἐ­ξί­σου κα­θο­ρι­στι­κή ὅ­σο καί ἡ πα­ρου­σί­α του.
Ἕ­νας κε­κοι­μη­μέ­νος ἅ­γι­ος εὐ­ερ­γε­τεῖ καί μέ τό σῶ­μα του, τόν τό­πο πού κρα­τά­ει τό σῶ­μα του. Ἡ βρο­χή ἐ­νερ­γο­ποι­εῖ τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ σώ­μα­τος τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων ἁ­γί­ων».
Καί συ­νε­χί­ζω τόν λό­γο αὐ­τό κα­τα­κλεί­ο­ντάς τον.
Συ­νε­χής ἡ πα­ρου­σί­α σου, ἀ­εί­μνη­στε Γέ­ρο­ντα.
Λει­τουρ­γεῖς ἀ­έν­να­α στήν οὐ­ρά­νι­α Ἐκ­κλη­σί­α, τήν πα­νή­γυ­ρη τῶν πρω­το­τό­κων τῶν ἀ­πο­γε­γραμ­μέ­νων ἐν οὐ­ρα­νοῖς, συμ­με­τέ­χοντας στήν ἄ­κτι­στη θεί­α Λει­τουρ­γί­α.
Ἔ­ζη­σες μαρ­τυ­ρι­κά καί κοι­μή­θη­κες ὁ­σι­α­κά, ὡς πρέ­πει τοῖς ἁ­γί­οις.
Ἀ­γά­πη­σες τήν ἐ­πι­φά­νει­α τῆς δό­ξης τοῦ Θε­οῦ καί τώ­ρα τήν ἀ­πο­λαμ­βά­νεις.

῎Ε­τσι κα­τα­λα­βαί­νου­με, ἀ­κοῦ­με καί αἰ­σθα­νό­μα­στε τό ἄ­ρω­μα τῆς πα­ρου­σί­ας σου. Ὅ­σο περ­νᾶ ὁ και­ρός τό ἄ­ρω­μα τῆς ἀ­που­σί­ας σου με­τα­τρά­πη­κε σέ ἄ­ρω­μα πα­ρου­σί­ας, καί τώ­ρα γί­νε­ται ἄ­ρω­μα οὐ­ρα­νί­ου θυ­σι­α­στη­ρί­ου.  Αὐ­τό τό ἄ­ρω­μα δέν προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τό λι­βά­νι πού ἀ­γα­ποῦ­σες πο­λύ καί γέ­μι­ζες τό θυ­μι­α­τό κα­τά τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α, γι­α­τί ἤ­θε­λες νά λει­τουρ­γῆς μέ­σα σέ σύν­νε­φο εὐ­ω­δι­α­στό ἁ­γι­ο­ρεί­τι­κου θυ­μι­ά­μα­τος, ἀλ­λά εἶ­ναι τό ἄ­ρω­μα τῆς Χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ πού σέ πε­ρι­έ­βα­λε καί τώ­ρα σέ φω­τί­ζει, σέ κά­νει δι­ά­φα­νο, ὄ­χι σω­μα­τι­κά, ἀλ­λά ψυ­χι­κά.

Ἔ­ζη­σες πτω­χι­κά καί κοι­μή­θη­κες πλού­σι­α καί ὅ­σο περ­νᾶ ὁ και­ρός πλου­τί­ζεις ἀ­κό­μη πι­ό πο­λύ μέ τήν προ­σθή­κη τῶν χα­ρι­σμά­των.
Καί ἐ­μεῖς πού ζοῦ­με σ’ αὐ­τήν τήν κοι­λά­δα τοῦ κλαυθ­μῶ­νος ζη­τᾶ­με πε­ρισ­σό­τε­ρο τήν εὐ­λο­γί­α σου. Ὄ­χι ἁ­πλῶς γι­ά νά ἀ­ντέ­ξου­με στίς δυ­σκο­λί­ες, ἀλ­λά γι­ά νά ἀ­νε­βοῦ­με σέ ψη­λό­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο ζω­ῆς, στό δι­κό σου ἐ­πί­πε­δο, γι­ά νά μπο­ρέ­σου­με νά σέ συ­να­ντή­σου­με.
Ζη­τοῦ­με τήν συγ­γνώ­μη σου, τήν ἀ­γά­πη σου, τήν εὐ­λο­γί­α σου, τίς πρε­σβεῖ­ες σου.
«Ὁ γάρ λα­ός σου καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α σου ἱ­κε­τεύ­ου­σί σε».

Σεπτέμβριος 2004

ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο Θρησκεία καί Ἐκκλησία στήν κοινωνία

© Copyright 2026 - pelagia.org
Designed and developed by idees-digital.gr